Ξενοφοβία: Πολλαπλασιαστής της εχθρότητας

Ξενοφοβία: Πολλαπλασιαστής της εχθρότητας

Την ώρα που η κυβέρνηση θεωρεί κομβικής σημασίας τη μεταφορά αιτούντων άσυλο στην ενδοχώρα, πληθαίνουν οι ξενοφοβικές αντιδράσεις από μερίδες των τοπικών κοινωνιών. Τη στιγμή μάλιστα που συνεχίζονται οι αυξημένες αφίξεις προσφύγων και μεταναστών.

Τη μια, στη Βέροια, όπου ασυνείδητοι πριόνισαν τις προάλλες κολόνα του δικτύου της ΔΕΗ που τροφοδοτούσε με ρεύμα αποκλειστικά τον χώρο φιλοξενίας προσφύγων στην Αγία Βαρβάρα Ημαθίας. Την άλλη, στα Γιαννιτσά, με μπλόκο από ομάδες πολιτών που φώναζαν ρατσιστικά και ξενοφοβικά συνθήματα σε λεωφορείο που μετέφερε αιτούντες άσυλο στη περιοχή. Την προηγουμένη στον Νομό Σερρών, όπου είχαμε αντίστοιχη συγκέντρωση στα διόδια Στρυμονικού. Πιο πριν στην Καλαμαριά, συγκέντρωση διαμαρτυρίας, σε ακροδεξιό μάλιστα τόνο. Προηγουμένως η συνέλευση στον Δήμο Σκύδρας αλλά και το ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου Κιλκίς ενάντια στη μετακίνηση και φιλοξενία προσφύγων σε ξενοδοχείο της Πικρολίμνης, ενώ λίγες μέρες νωρίτερα αίσθηση είχαν προκαλέσει οι σφοδρές αντιδράσεις ορισμένων κατοίκων στα Βρασνά του Δήμου Βόλβης, ενάντια στη μετακίνηση 400 προσφύγων, που τελικά οδήγησαν στο να ματαιωθεί η εγκατάστασή τους εκεί.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με διάφορες μορφές ρατσιστικών λεκτικών πυροτεχνημάτων στα ΜΜΕ και τα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ ρητορικής, που αναπαράγει αρνητικά στερεότυπα και ψευδείς ειδήσεις, κανονικοποιώντας, ή ενίοτε και ενθαρρύνοντας, ακραία ξενοφοβικές αντιδράσεις.

Μειοψηφίες

Είναι χαρακτηριστικό ότι το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, σε πρόσφατη ανακοίνωσή του, στις 11 Νοεμβρίου αναφέρει ότι υπάρχει άνοδος της ξενοφοβικής τάσης και επισημαίνει ότι «τα περιστατικά αυτά προέρχονται από τοπικές μειοψηφικές ομάδες, ωστόσο η γενίκευσή τους, η συμμετοχή θεσμικών εκπροσώπων σε αυτά και ο οργανωμένος χαρακτήρας που φαίνεται να λαμβάνουν, μας ανησυχούν ιδιαίτερα». Και το κρίσιμο ερώτημα είναι: επικροτεί άραγε η πλειονότητα των πολιτών της χώρας τέτοιες πρακτικές; Προφανώς και όχι. Διαφορετικά δεν θα υπήρχαν και τόσο έντονες και αρκετές μάλιστα αντιδράσεις σ'' αυτά τα περιστατικά. Οι αυθαίρετες γενικεύσεις και ο συλλήβδην αφορισμός της ελληνικής κοινωνίας δεν ωφελούν σε τίποτε.

Οπως, όμως, τονίζει ο Λευτέρης Παπαγιαννάκης, γενικός γραμματέας της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη (ΕλΕΔΑΠ) «τα τελευταία χρόνια, λόγω της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας που βιώνει η χώρα, στον δημόσιο λόγο κανονικοποιήθηκε και απενοχοποιήθηκε η βία σε μια λογική τύπου ''''ο σκοπός αγιάζει τα μέσα''''. Η ελληνική κοινωνία είναι αρκετά ανώριμη να διαχειριστεί σύγχρονα ζητήματα ταυτοτήτων και διαφορετικότητας. Υπάρχει, λοιπόν, ένας συνδυασμός παραγόντων που με ένα τρόπο "πιέζουν" τις πάγιες και διαμορφωμένες κοινωνικές αντιλήψεις. Οταν υπάρξει ανάγκη για εκτόνωση, τα θύματα είναι συνήθως "άλλοι". Η ΕλΕΔΑΠ με παρεμβάσεις, εκδηλώσεις και προτάσεις συμβάλλει αποφασιστικά και ψύχραιμα στον δημόσιο διάλογο, αν και ως προς την ευαισθητοποίηση, καταλυτικό ρόλο έχουν τα ΜΜΕ. Δεν είμαστε ικανοποιημένοι από αυτά. Θα αναφέρω μόνον το ζήτημα της κάλυψης της δίκης της Χρυσής Αυγής, την οποία θα χαρακτήριζα επιεικώς ανεπαρκή».

Και μπορεί τα ΜΜΕ να κρίνονται μετεξεταστέα επί το πλείστον στην ανάδειξη και αντιμετώπιση του φαινομένου σε σοβαρή βάση, ισχύει όμως άραγε το ίδιο και για την πολιτεία;

Δράσεις

Στα μέσα του 2011 προωθήθηκε πρωτοβουλία για τη δημιουργία του Δικτύου Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας (RacistViolenceRecordingNetwork - RVRN) από την Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ) και το Γραφείο της Υπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα (UNHCR) σε συνέχεια δύο σημαντικών διαπιστώσεων: α) της απουσίας επίσημου και αποτελεσματικού συστήματος καταγραφής της ρατσιστικής βίας και β) της ανάγκης διασύνδεσης των φορέων οι οποίοι κατέγραφαν με δική τους πρωτοβουλία τα περιστατικά ρατσιστικής βίας εις βάρος προσώπων τα οποία προσέρχονταν στις υπηρεσίες τους. Να σημειωθεί ότι στο Δίκτυο πέραν των ΕΕΔΑ και UNHCR συμμετέχουν 46 ΜΚΟ και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και ως παρατηρητές ο Συνήγορος του Πολίτη και το Συμβούλιο Ενταξης Μεταναστών του Δήμου Αθηναίων.

Στη συνέχεια, τoν Οκτώβριο του 2012, με πρωτοβουλία του τότε υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, Νίκου Δένδια, συστάθηκαν Υπηρεσίες Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας της Ελληνικής Αστυνομίας σε ολόκληρη τη χώρα.

Ειδικότερα, ιδρύθηκαν δύο (2) Τμήματα στις Υποδιευθύνσεις Κρατικής Ασφάλειας των Διευθύνσεων Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης και εξήντα οχτώ (68) Γραφεία Αντιμετώπισης Ρατσιστικής Βίας σε όλη την Ελλάδα, με περισσότερα από 200 εξειδικευμένα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 2013 θεσμοθετείται ειδική τηλεφωνική γραμμή καταγγελιών, το 11414, που λειτουργεί όλο το 24ωρο και στην οποία διασφαλίζεται το ανώνυμο και απόρρητο των καταγγελιών, στις οποίες βέβαια μπορεί κάποιος να προβεί και μέσω της ηλεκτρονικής φόρμας επικοινωνίας που παρέχει η Ελληνική Αστυνομία.

Την επόμενη χρονιά, τον Σεπτέμβριο του 2014 ψηφίζεται ο αντιρατσιστικός νόμος 4285/2014.

Σχεδόν έναν χρόνο μετά, τον Δεκέμβριου του 2015, συστήνεται το Εθνικό Συμβούλιο κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ΕΣΡΜ), που αποτελεί ένα συλλογικό συμβουλευτικό-γνωμοδοτικό όργανο και υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συγκρότησή του βέβαια παίρνει κοντά στους 3 μήνες με απόφαση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Νίκου Παρασκευόπουλου, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως παρ'' ότι το ΕΣΡΜ έχει εκ του ιδρυτικού του νόμου (άρθρο 17 παρ. 2 στοιχ. η, Ν. 4356/2015) την αρμοδιότητα να συντάσσει Εθνικό Σχέδιο Δράσης κατά του Ρατσισμού, να παρακολουθεί συστηματικά την εφαρμογή του και να μεριμνά για την τακτική επικαιροποίησή του, το πρώτο Εθνικό Σχέδιο Δράσης κατά του Ρατσισμού υιοθετείται επί υπουργίας Μιχάλη Καλογήρου, 3 χρόνια μετά (!), στις 2 Ιουλίου 2019, λίγες μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές.

Εκτοτε, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες του γενικού γραμματέα Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Πάνου Αλεξανδρή, ο οποίος από τον Σεπτέμβριο προσκάλεσε τα μέλη του ΕΣΡΜ να ορίσουν τους εκπροσώπους τους, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα δεν έχουν αποστείλει τους ορισμούς αυτούς, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η επανασυγκρότηση του εν λόγου συμβουλίου και κατ' επέκταση και η παρακολούθηση της υλοποίησης των στόχων του πρώτου Εθνικού Σχεδίου Δράσης κατά του Ρατσισμού. Σύμφωνα με τον κ. Αλεξανδρή, η επανασυγκρότηση του ΕΣΡΜ υπολογίζεται ότι θα γίνει το προσεχές δεκαπενθήμερο, οπότε και το υπουργείο θα αποφασίσει από κοινού με την κοινωνία των πολιτών τους τομείς και τις δράσεις στις οποίες θα δώσει έμφαση επί του θέματος.

Προκλήσεις

Εν κατακλείδι, οι προκλήσεις ήταν και εξακολουθούν να είναι πολλές, αν όχι περισσότερες πλέον. Ο κίνδυνος χειραγώγησης της κοινής γνώμης, τροφοδότησης της διάκρισης ανάμεσα στο «εμείς» και οι «άλλοι», ενίσχυσης της ρητορικής μίσους και της ξενοφοβίας είναι υπαρκτός. Ακόμη και αν οι δράστες των εν λόγω ξενοφοβικών επιθέσεων είναι ιδιώτες, η συχνή επανάληψη των φαινομένων αυτών χρήζει ειδικής θεσμικής εγρήγορσης και σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα και άμεσης αστυνομικής αντιμετώπισης, καθώς αμφότερες συμβάλλουν καθοριστικά στην εμπέδωση της ασφάλειας δικαίου και στην έγκαιρη και αποφασιστική αποθάρρυνση της διάχυσης αντίστοιχων πράξεων. Οι όποιες ανησυχίες των τοπικών κοινωνιών δεν πρέπει να γίνουν σε καμία περίπτωση προϊόν εκμετάλλευσης από οργανωμένες ρατσιστικές ομάδες. Γιατί η ξενοφοβία που αυτές προωθούν δεν συνάδει με τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας, πάνω στις οποίες στηρίζεται το περίφημο κράτος δικαίου, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και στην πλειονότητα των κρατών της Ε.Ε.