Ουδέν κρυπτόν υπό το… Κτηματολόγιο. Στρεβλώσεις δεκαετιών, καταπατήσεις, παρερμηνείες και ασάφειες βγαίνουν στο φως στην πορεία της κτηματογράφησης, ενώ ο ετεροχρονισμένος ζήλος του Δημοσίου να διεκδικήσει την περιουσία του δημιουργεί σοβαρά προβλήματα που απαιτούν γενναίες πολιτικές λύσεις. Διαφορετικά η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου κινδυνεύει να εμπλακεί σε αέναους δικαστικούς λαβυρίνθους.

Η περίπτωση της κτηματογράφησης των Δωδεκανήσων (η συλλογή δηλώσεων ιδιοκτησίας ολοκληρώθηκε τον περασμένο μήνα) έφερε στην επιφάνεια ένα αναπάντεχο ζήτημα το οποίο προβληματίζει σοβαρά τη διοίκηση του Ελληνικού Κτηματολογίου. Ολόκληρα νησιά – το Καστελλόριζο, η Τήλος, το Αγαθονήσι και η Χάλκη – δηλώθηκαν από την Κτηματική Υπηρεσία της Ρόδου ως περιουσία του Δημοσίου. «Ισχυρίζεται ότι βάσει της συνθήκης ειρήνης του 1947 τα  μικρά νησιά των Δωδεκανήσων αποτελούν δημόσια περιουσία ως συνέχεια των Ιταλών και αυτών ως συνέχεια των Οθωμανών, παρότι τοπικοί παράγοντες το αμφισβητούν, επικαλούμενοι νομολογία του Αρείου Πάγου. Τα νησιά περιλαμβάνονται στα Βιβλία Καταγραφής Δημοσίων Κτημάτων, τα οποία προσκόμισαν στο γραφείο κτηματογράφησης οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας, προφανώς φοβούμενοι ότι διαφορετικά θα είχαν συνέπειες» αναφέρει στο «Βήμα» πηγή που παρακολουθεί στενά την κτηματογράφηση στα Δωδεκάνησα.

Τρεις μνηστήρες  για μία… ιδιοκτησία

Ετσι, σήμερα το Δημόσιο διεκδικεί όλη την έκταση των συγκεκριμένων νησιών, τα Δασαρχεία δηλώνουν τις δασικές εκτάσεις και οι ιδιώτες τις περιουσίες τους. «Υπάρχουν περιοχές που διεκδικούνται ταυτόχρονα και από τις τρεις πλευρές» επισημαίνει η ίδια πηγή. Για τα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και είτε είχαν ενταχθεί στον πολεοδομικό σχεδιασμό, είτε αποτέλεσαν επί σειρά δεκαετιών αντικείμενο επανειλημμένων μεταβιβάσεων μεταξύ ιδιωτών, δίχως να υπάρξει διεκδίκησή τους από τη διοίκηση, είχε δοθεί μια λύση με τον Ν. 3127/2003. «Σε αυτά συνήθως δεν εμπλέκονται οι δασικές υπηρεσίες, οπότε το ζήτημα θα λυθεί ευκολότερα. Το σοβαρότερο πρόβλημα εντοπίζεται στα εκτός σχεδίου» αναφέρει στέλεχος της κτηματογράφησης.

Για τις εκτός οικισμού περιοχές των τεσσάρων νησιών οι μελετητές έχουν λάβει ορισμένες κατευθύνσεις από τις υπηρεσίες του Κτηματολογίου:

-Εντός δασικών περιοχών τον πρώτο λόγο έχει η Διεύθυνση Δασών έναντι της Κτηματικής Υπηρεσίας.

-Εκτός δασικών περιοχών, για έκταση που διεκδικείται από το Δημόσιο και πολίτες που διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας προκρίνονται οι ιδιώτες.

-Για ιδιώτες που δεν διαθέτουν τίτλους ιδιοκτησίας προ του 1947 αλλά επικαλούνται χρησικτησία μετά το 1947 προκρίνεται το Δημόσιο, εκτός εάν η χρησικτησία είναι προ του 1947.

Ενα άλλο εμπόδιο που συνάντησαν οι μελετητές του Κτηματολογίου προέκυψε σε άλλοτε δασικές περιοχές που πλέον είναι δομημένες. «Γι’ αυτές τις περιπτώσεις, βάσει μιας εγκυκλίου του 2018, όσοι ιδιώτες έχουν νόμιμη οικοδομική άδεια θα πρέπει να προσφύγουν στη Διεύθυνση Δασών και να ζητούν βεβαίωση εξαίρεσης από τη δασική νομοθεσία, την οποία θα πρέπει να προσκομίσουν στα κτηματογραφικά γραφεία» αναφέρει μηχανικός που ασχολείται με την κτηματογράφηση.

Με… συνιδιοκτήτη το Δημόσιο

Με την πρόοδο της κτηματογράφησης σε όλη τη χώρα, οι μεγάλες διαφορές μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτών, οι οποίες για χρόνια κρύβονταν κάτω από το… χαλί, άρχισαν να προβάλλονται. Οι πρώτες περιπτώσεις που ανέδειξαν οι δηλώσεις δικαιωμάτων και είχαν θορυβήσει τα στελέχη του Κτηματολογίου αφορούσαν τη διεκδίκηση από το Δημόσιο ακινήτων εντός σχεδίου στην Καρδίτσα και αργότερα στο Κερατσίνι, υποθέσεις που επιλύθηκαν με τις ρυθμίσεις του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003, με τις περιουσίες να αποδίδονται τελικά στους ιδιώτες.

Το ζήτημα ωστόσο των διενέξεων επί της κυριότητας εκτάσεων μεταξύ Δημοσίου και πολιτών πήρε ιδιαίτερη δημοσιότητα όταν προέκυψαν διεκδικήσεις εντός του αστικού ιστού της πρωτεύουσας. Αφορούσαν ακίνητα στη Νέα Ιωνία – όπου οι πολίτες ταλαιπωρήθηκαν για χρόνια έως ότου κατοχυρώσουν την κυριότητα της περιουσίας τους – όπως και ιδιοκτησίες σε Νέο Ηράκλειο, Αγία Βαρβάρα, Χαϊδάρι, Γαλάτσι και Περιστέρι. Αλλά και στα Βριλήσσια, το Δημόσιο διεκδικεί, όπως υποστηρίζει, αδιάθετα οικόπεδα παλαιάς διανομής της δεκαετίας του ’50, πρόβλημα που ακόμη δεν έχει επιλυθεί. Ανάλογα ζητήματα αντιμετωπίζουν ιδιοκτήτες και εντός του αστικού ιστού της Θεσσαλονίκης.

Αντιστοίχως στη Σαντορίνη δικαστικές αποφάσεις δεν αναγνωρίζουν πράξεις συμβατικές ή χρησικτησίας επί της Καλντέρας, η οποία από την Οία έως το Ακρωτήρι φαίνεται ότι ανήκει στο Δημόσιο, στο οποίο πέρασε από τους Οθωμανούς. «Συγκυριότητα» με το Δημόσιο καταγράφεται επίσης σε αγροτικές εκτάσεις στο Λάγιο Πελοποννήσου, όπου οι κάτοικοι του χωριού ενδέχεται να αντιμετωπίσουν εμπλοκές και με τις κοινοτικές ενισχύσεις, στον οικισμό Ανω Λουτρακίου στην Πέλλα κ.α. Σε κάθε περίπτωση η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου θα οδηγήσει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο κλείσιμο των συγκεκριμένων υποθέσεων.

Οι ζευγαριές και τα θολά όρια

Μεγάλο πονοκέφαλο στα στελέχη του Κτηματολογίου δημιουργούν, όλα τα χρόνια της κτηματογράφησης, η απουσία τίτλων ιδιοκτησίας, αλλά και η ύπαρξη παλαιών συμβολαίων που μετρούσαν τη γη με το περιβόητο «πλέον ή έλαττον», µε οκάδες λαδιού, µε ζευγαριές (κομμάτι γης που μπορεί να οργωθεί σε μία ημέρα από ένα ζευγάρι άλογα ή βόδια), με ρίζες ελιάς.

«Χωρίς σταθερή μονάδα μέτρησης και όρια ακινήτου στο συμβόλαιο και προσδιορισμούς όπως “από τη τάδε ρεματιά έως το εκκλησάκι και από τη βρύση έως το κτήμα του Δημητρού” δεν μπορεί να γίνει σωστή αποτύπωση. Πρέπει ο ιδιοκτήτης να γνωρίζει τη θέση όπου βρίσκεται και να το υποδείξει στον μελετητή» αναφέρει στέλεχος του Κτηματολογίου.

Και καταλήγει: «Ετσι φτάσαμε στους επαναπροσδιορισμούς ορίων ακινήτων σε Λέσβο, Χίο και Λευκάδα, όπου η κτηματογράφηση βρίσκεται σε εκκρεμότητα πλέον της 20ετίας».

Ιστορίες τρέλας

Η περίπτωση που συμπυκνώνει την παράνοια της κτηματογράφησης είναι εκείνη της μικροσκοπικής Γαύδου που άρχισε να κτηματογραφείται το 1997, η ανάρτηση των εγγραφών έγινε τέσσερις φόρες, αλλά Κτηματολόγιο δεν έχει.

Χιλιάδες ιδιοκτησίες κατακερματισμένες, τίτλοι ιδιοκτησίας ανύπαρκτοι και το Δημόσιο διεκδικεί το 85%. Αλλά και μια ιδιοκτησιακή ιδιαιτερότητα σε Μήλο και Σαντορίνη (φωτογραφία) με τα υπόσκαφα, πάνω από τα οποία βρίσκονται µία ή περισσότερες ιδιοκτησίες, ύστερα από χρόνια επιλύθηκε με αποτύπωση σε πολλαπλά επίπεδα χαρτών.