Οσοι έχουν μνήμες αθηναϊκής ζωής θυμούνται τα ενεχυροδανειστήρια ως παρακμιακά καταστήματα μιας άλλης εποχής.
Απομεινάρια της Κατοχής και του απεχθούς μαυραγοριτισμού τα περισσότερα, έχουν καταγραφεί με τον χειρότερο τρόπο στη συνείδηση των πολιτών.

Σε εκείνα τα δίσεκτα χρόνια οι πεινασμένοι Αθηναίοι κατέθεταν σ’ αυτά βέρες, δαχτυλίδια, κοσμήματα και μαζί τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής για ένα κομμάτι ψωμί.

Κοινώς, τα ενεχυροδανειστήρια ήταν συνδεδεμένα με τις χειρότερες στιγμές του εθνικού μας βίου, σε σημείο που οι πολίτες απέστρεφαν την κεφαλήν τους όταν τα έβλεπαν μπροστά τους.

Κάτι που έχει καταγραφεί ακόμη και στις μεταπολεμικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, με χαρακτηριστικότερη «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», όπου ο Αλέκος Σακελλάριος κατέστησε το όνομα του μαυραγορίτη Γιαδικιάρογλου, στον οποίο κατέφευγαν οι Κολωνακιώτισσες της εποχής προκειμένου να ανταλλάξουν τα κοσμήματά τους για λίγα φασόλια ή ρεβίθια, συνώνυμο της περιφρόνησης και της καρπαζιάς.

Ωστόσο τα απεχθή ενεχυροδανειστήρια έμελλε να έλθουν ξανά στο προσκήνιο.

Από τα πρώτα χρόνια της τρέχουσας μεγάλης οικονομικής κρίσης πολλαπλασιάστηκαν ταχύτατα, «κατακτώντας» ολόκληρη την Ελλάδα, παρά τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών.

Δυστυχισμένοι συμπολίτες μας που έχασαν δουλειές και εισοδήματα, φθάνοντας στο έσχατο σημείο ένδειας και μην έχοντας άλλες επιλογές, κατέφευγαν στους απεχθείς «εμπόρους χρυσού», οι οποίοι κάτω από τα μάτια των Αρχών και προφανώς με την ανοχή της Πολιτείας ανέπτυξαν και οργάνωσαν στην κυριολεξία μια απολύτως εγκληματική αγορά.

Με τον καιρό τα διασυνδεδεμένα ενεχυροδανειστήρια μετατράπηκαν σε εστίες και βάσεις παράνομων συναλλαγών, προσφέροντας ταυτόχρονα ανοιχτή πρόσκληση κλεπταποδοχής σε κάθε ληστή και μπουκαδόρο.

Ενας φαύλος κύκλος κλοπών και ανοιχτών πωλήσεων των κλοπιμαίων στους νομιμοποιημένους «εμπόρους χρυσού» συγκροτήθηκε βαθμιαία, με ανυπολόγιστες και εν πολλοίς άγνωστες συνέπειες για την κοινωνία και τους πολίτες.

Τα αποκαλυπτόμενα τελευταίως από τις αστυνομικές αρχές είναι δηλωτικά της προβληματικότητας και της ανοχής που επέδειξαν μέχρι πρόσφατα κυβερνητικές και άλλες δυνάμεις που στο όνομα της διαφήμισης προσέφεραν – χωρίς αρχές – δημοσιότητα και νομιμοποίηση στο εγκληματικό δίκτυο.

Το δυστύχημα είναι ότι υπάρχουν και άλλες εστίες οικονομικού εγκλήματος που απολαμβάνουν κάλυψη και προστασία.
Δεν απέχουν πολύ οι περιπτώσεις Folli Follie και Αegean Petroleum.

Εκδοχές απεχθούς, χωρίς ήθος και αρχές, εμπορίου είναι κι αυτές. Προσβάλλουν, δυσφημούν και καθιστούν αναξιόπιστη τη χώρα.

Το χειρότερο είναι, παρότι βοά ο διεθνής Τύπος και διασύρονται διαρκώς η Ελλάδα και οι επιχειρήσεις της, ότι ουδείς νοιάζεται στη χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα.

Αντιθέτως, περισσεύουν ο φθόνος και η χολή για απολύτως επιτυχημένες επαγγελματικές και διαφανείς προσπάθειες, που εξυψώνουν την ελληνική επιχειρηματική κοινότητα και την καθιστούν ισότιμη με διεθνείς οικονομικούς γίγαντες.

Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της πρόσφατης, εντυπωσιακής στα παγκόσμια ναυτιλιακά χρονικά, συμφωνίας συγχώνευσης της ελληνικής Capital του Βαγγέλη Μαρινάκη με την ομοειδή αμερικανική DSS Holdings, συμφερόντων του Γουίλμπουρ Ρος, υπουργού Εμπορίου των ΗΠΑ, που αποτελεί μια όαση ελπίδας σε έναν ευρύ κύκλο κακών ειδήσεων και ακόμη χειρότερων προοπτικών για την ελληνική οικονομία.

Διεθνώς αντιμετωπίστηκε ως μια μεγάλη και ξεχωριστή συμφωνία που οδηγεί στη δημιουργία μιας από τις μεγαλύτερες ναυτιλιακές εταιρείες μεταφοράς πετρελαιοειδών στον κόσμο, και εδώ σαν κάτι μισητό και συνηθισμένο, που συμβαίνει καθημερινά.

Αποτέλεσμα προφανώς του φθόνου, της μνησικακίας, της μικρόνοιας και βεβαίως της διαπλοκής των κυβερνώντων και των υποστηρικτών τους με τις πολλές εκδοχές του απεχθούς εμπορίου.

Αν όμως αφήσουμε να επικρατήσει ο φθόνος και αντί της αλήθειας να προτιμώνται τα προκατασκευασμένα ψεύδη αυτού του εμπορίου, τότε θα χαθεί κάθε ελπίδα…

ΤΟ ΒΗΜΑ