Πριν από μερικές ημέρες, βρέθηκα σε μία συζήτηση για το μέλλον της εργασίας και της εκπαίδευσης. Το συμπέρασμα της πλειονότητας των συνομιλητών μου ήταν το αναμενόμενο, σχεδόν κλισέ: αν το παιδί σου δεν μάθει να γράφει κώδικα, αν δεν καταλάβει από prompt engineering, ανάλυση μεγάλων δεδομένων ή μηχανική μάθηση, το μέλλον του επιφυλάσσει την περιθωριοποίηση. Η συζήτηση είχε τη γνωστή, αγχωτική υπόκρουση της εποχής μας: τρέξτε να προλάβετε το τρένο της τεχνολογίας, αλλιώς θα μείνετε στον σταθμό.
Είναι μια λογική που έχει επικρατήσει απόλυτα, μια ιδεολογία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «απόλυτο τεχνοκρατισμό». Εδώ και δεκαετίες, έχουμε πείσει τους εαυτούς μας (και, το χειρότερο, τα παιδιά) ότι η αξία ενός ανθρώπου, η ίδια του η ύπαρξη, μετράται αποκλειστικά με βάση τη χρησιμότητά του στην παραγωγική μηχανή. Αν μια γνώση δεν μπορεί να μεταφραστεί άμεσα σε χρήμα, σε μερίδιο αγοράς ή σε βελτιστοποίηση κάποιου αλγορίθμου, θεωρείται «περιττή».
Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτό το κυνήγι της αποτελεσματικότητας, οι ανθρωπιστικές επιστήμες υποβαθμίστηκαν σε «χόμπι για τον ελεύθερο χρόνο». Η φιλοσοφία αντιμετωπίζεται ως μια ρομαντική, αλλά ελαφρώς ανώφελη πολυτέλεια για λίγους εκκεντρικούς. Η ιστορία υποβιβάστηκε σε μια στείρα αποστήθιση ημερομηνιών και ονομάτων, χρήσιμη μόνο για τηλεπαιχνίδια γνώσεων. Η λογοτεχνία έγινε απλώς κάτι που σε βοηθά να περάσεις την ώρα σου στην παραλία ή στο μετρό.
Όμως, κοιτάζοντας γύρω μας σήμερα, αναρωτιέμαι: Είναι όντως η έλλειψη τεχνικών δεξιοτήτων το μεγαλύτερο πρόβλημα της κοινωνίας μας;
Ζούμε σε έναν κόσμο που μπορεί να γεννήσει εκπληκτική τεχνολογία, αλλά δυσκολεύεται να διακρίνει μια κατασκευασμένη εικόνα από την αλήθεια. Έναν κόσμο που είναι πιο ψηφιακά διασυνδεδεμένος από ποτέ, αλλά υποφέρει από μια βαθιά, βουβή επιδημία απομόνωσης, κατάθλιψης και κοινωνικής πόλωσης. Αν η τεχνοκρατία και η οικονομική ανάπτυξη ήταν οι απαντήσεις σε όλα μας τα προβλήματα, η κοινωνία μας θα έπρεπε να διανύει τη χρυσή της εποχή. Δεν τη διανύει. Επειδή, μέσα στην αγωνία μας να φτιάξουμε τα τέλεια εργαλεία, ξεχάσαμε να διαβάσουμε τον οδηγό χρήσης τού να είμαστε άνθρωποι.
Η στροφή προς τις ανθρωπιστικές επιστήμες δεν είναι μια οπισθοδρομική, ελιτίστικη τάση. Είναι μια πράξη αυτοσυντήρησης. Είναι η μοναδική μας ευκαιρία να χτίσουμε μια κοινωνία που δεν θα είναι απλώς λειτουργική, αλλά βιώσιμη και, πάνω απ' όλα, ανθρώπινη.
Η τέχνη του να αμφιβάλλεις σε έναν κόσμο «βεβαιοτήτων»
Το μεγαλύτερο δώρο των ανθρωπιστικών σπουδών, και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας, δεν είναι οι έτοιμες απαντήσεις. Είναι οι σωστές ερωτήσεις. Και σήμερα, οι έτοιμες απαντήσεις μάς πνίγουν.
Σκεφτείτε πώς είναι δομημένο το ψηφιακό μας περιβάλλον. Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι σχεδιασμένοι με έναν βασικό σκοπό: να κρατήσουν την προσοχή μας τεταμένη. Και ο πιο εύκολος τρόπος για να το πετύχουν αυτό είναι «να μας ταΐζουν» περιεχόμενο που επιβεβαιώνει τις ήδη υπάρχουσες προκαταλήψεις μας, ερεθίζοντας το θυμικό μας. Το αποτέλεσμα; Ζούμε μέσα σε «θαλάμους αντήχησης», όπου η δική μας αλήθεια μοιάζει απόλυτη και η άποψη του διπλανού μας μοιάζει με παραλογισμό ή προδοσία.
Εδώ ακριβώς έρχεται η ανθρωπιστική παιδεία να λειτουργήσει ως το απόλυτο πνευματικό αντίδοτο. Μας μαθαίνει την κριτική αποδόμηση του λόγου. Όταν μελετάς τη λογική, τη ρητορική ή τη γλωσσολογία, αποκτάς «αντισώματα»!
• Μαθαίνεις να αναγνωρίζεις πότε ένας πολιτικός λόγος βασίζεται στον φόβο και όχι στα επιχειρήματα.
• Αντιλαμβάνεσαι πότε μια είδηση είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να σου προκαλέσει οργή αντί για προβληματισμό.
• Αρχίζεις να αμφιβάλλεις για τις ίδιες σου τις βεβαιότητες, κάτι που είναι το πρώτο βήμα προς την πραγματική σοφία.
Παράλληλα, η ιστορική συνείδηση μας προσφέρει κάτι που η ψηφιακή μας καθημερινότητα προσπαθεί μανιωδώς να μας στερήσει: την προοπτική του χρόνου. Ο σύγχρονος άνθρωπος υποφέρει από μια ιδιότυπη ιστορική αμνησία. Θεωρεί ότι κάθε κρίση που αντιμετωπίζει (είτε οικονομική, είτε γεωπολιτική, είτε κοινωνική) συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία του πλανήτη.
Όταν όμως γνωρίζεις ιστορία, αποκτάς μια βαθιά ψυχραιμία. Καταλαβαίνεις ότι ο λαϊκισμός, οι κοινωνικές ανισότητες, οι μεταναστευτικές ροές, ακόμα και οι επιδημίες, είναι κομμάτια ενός ευρύτερου, επαναλαμβανόμενου ανθρώπινου κύκλου. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ αυτούσια, αλλά σίγουρα «κάνει ομοιοκαταληξία». Και αν ξέρεις πώς τελείωσαν οι προηγούμενες στροφές αυτού του κύκλου, είναι πολύ πιο πιθανό να αποφύγεις να οδηγήσεις την κοινωνία σου στον ίδιο γκρεμό.
Η καλλιέργεια της ενσυναίσθησης
Υπάρχει μια τεράστια παρεξήγηση με τη λογοτεχνία και τις τέχνες εν γένει. Πολλοί τις θεωρούν διακοσμητικές, ένα όμορφο περιτύλιγμα για τις ώρες που δε δουλεύουμε. Στην πραγματικότητα, η τέχνη είναι το «πνευματικό γυμναστήριο» της ενσυναίσθησης.
Η ενσυναίσθηση δεν είναι ένα έμφυτο ταλέντο που ή το έχεις ή δεν το έχεις. Είναι ένας μυς. Και όπως κάθε μυς, αν δεν τον γυμνάσεις, ατροφεί. Όταν ζεις αποκλειστικά μέσα στον δικό σου μικρόκοσμο, περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που έχουν την ίδια οικονομική κατάσταση, την ίδια εθνικότητα και τις ίδιες απόψεις, ο μυς της ενσυναίσθησης αδρανεί. Γίνεσαι πνευματικά γυμνός και, τελικά, σκληρός.
Όταν όμως ανοίγεις ένα βιβλίο συμβαίνει κάτι μαγικό και βαθύτατα ριζοσπαστικό: αναγκάζεσαι να ζήσεις μέσα στο κεφάλι κάποιου άλλου. Για μερικές ώρες ή ημέρες, βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που μπορεί να έζησε δύο αιώνες πριν, ενός πρόσφυγα που διασχίζει το Αιγαίο, μιας γυναίκας που παλεύει με την πατριαρχία σε μια συντηρητική κοινωνία, ή ακόμα και ενός χαρακτήρα που κάνει επιλογές τις οποίες στη δική σου ζωή θα καταδίκαζες. Ακούς τις σκέψεις τους, νιώθεις τους φόβους τους, καταλαβαίνεις τα κίνητρά τους.
Βέβαια, αυτή η διαδικασία έρχεται αντιμέτωπη με τον ναρκισσισμό μας. Μας υπενθυμίζει ότι η δική μας οπτική γωνία δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος, αλλά απλώς μία ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλες.
Μια κοινωνία που διαβάζει, μια κοινωνία που έρχεται σε ουσιαστική επαφή με το θέατρο, τον κινηματογράφο, την ποίηση, είναι μια κοινωνία που μπορεί να νιώσει τον πόνο του διπλανού της. Δεν είναι τυχαίο ότι όσο υποχωρούν οι ανθρωπιστικές σπουδές από τα σχολικά και πανεπιστημιακά προγράμματα, τόσο αυξάνεται ο κυνισμός, η επιθετικότητα και το bullying στην καθημερινότητά μας. Η ενσυναίσθηση δεν είναι «soft skill» για να γράφουμε ωραία quotes στο LinkedIn! Αντιθέτως, είναι το αόρατο κοινωνικό συμβόλαιο που μας κρατάει ενωμένους, η «κόλλα» που αποτρέπει τη διάλυση του κοινωνικού ιστού σε μια ζούγκλα ατομικισμού.
Καθώς εισερχόμαστε όλο και πιο βαθιά στην εποχή της προηγμένης Τεχνητής Νοημοσύνης, των κβαντικών υπολογιστών και της βιοτεχνολογίας, το μεγάλο, υπαρξιακό ερώτημα της ανθρωπότητας δεν είναι πλέον «τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία». Η απάντηση σε αυτό είναι «σχεδόν τα πάντα». Το πραγματικό ερώτημα είναι: «Τι πρέπει να της επιτρέψουμε να κάνει;»
Οι μηχανικοί και οι προγραμματιστές μπορούν να φτιάξουν εκπληκτικούς κώδικες, αλλά η εκπαίδευσή τους είναι δομημένη γύρω από την επίλυση προβλημάτων (problem-solving) και τη βελτιστοποίηση (optimization). Δεν είναι δική τους δουλειά (και συχνά δεν έχουν τα εργαλεία) να σκεφτούν τις κοινωνικές, ηθικές και ψυχολογικές παρενέργειες των δημιουργημάτων τους.
• Πώς διασφαλίζουμε τη δικαιοσύνη όταν ένας αλγόριθμος αποφασίζει ποιος θα πάρει δάνειο ή ποιος θα αποφυλακιστεί;
• Πώς προστατεύουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όταν η εργασία αυτοματοποιείται σε τέτοιο βαθμό που εκατομμύρια άνθρωποι χάνουν το νόημα της καθημερινότητάς τους;
• Πώς ορίζουμε την ίδια την «ανθρώπινη συνείδηση», όταν οι μηχανές αρχίζουν να προσομοιώνουν τα συναισθήματά μας;
Αυτά τα ερωτήματα δεν πρόκειται να απαντηθούν με περισσότερο κώδικα. Είναι ερωτήματα που ηθικοί φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι και ιστορικοί μάχονται να αναλύσουν εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Αν αφήσουμε το μέλλον μας αποκλειστικά στα χέρια της τεχνοκρατικής αποτελεσματικότητας, κινδυνεύουμε να κατασκευάσουμε έναν κόσμο «τέλειο» στα χαρτιά, αλλά απόλυτα δυστοπικό στην πράξη. Χρειαζόμαστε τις ανθρωπιστικές επιστήμες στην πρώτη γραμμή της τεχνολογικής ανάπτυξης, όχι ως έναν διακοσμητικό «κώδικα δεοντολογίας» που προστίθεται στο τέλος μιας παρουσίασης, αλλά ως το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο σχεδιάζεται το μέλλον μας.
Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην εκπαίδευση που στοχεύει στην κατάρτιση και την εκπαίδευση που στοχεύει στην παιδεία.
Τεχνοκρατική Κατάρτιση
Εστιάζει στο «Πώς». Πώς θα λειτουργήσει αυτή η μηχανή, πώς θα αυξηθούν οι πωλήσεις, πώς θα γραφτεί ο κώδικας.
Παράγει εξειδικευμένα στελέχη, άριστα «εξαρτήματα» μιας οικονομικής μηχανής.
Ανθρωπιστική Παιδεία
Εστιάζει στο «Γιατί». Γιατί κάνουμε αυτή την επιλογή, ποιον ωφελεί, τι επιπτώσεις επιφέρει στην κοινότητα.
Διαμορφώνει πολίτες με εσωτερική πυξίδα και κοινωνική ευθύνη.
Η δημοκρατία δεν είναι ένα λογισμικό που το εγκαθιστάς μια φορά και τρέχει για πάντα μόνο του. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που χρειάζεται συνεχή φροντίδα και, κυρίως, προστασία από τις ίδιες του τις αδυναμίες. Μια κοινωνία που αποτελείται αποκλειστικά από εξειδικευμένους τεχνοκράτες, οι οποίοι δεν έχουν ανοίξει ποτέ ένα βιβλίο πολιτικής φιλοσοφίας ή κοινωνιολογίας, είναι μια κοινωνία εξαιρετικά ευάλωτη στον αυταρχισμό. Γιατί; Επειδή ο τεχνοκράτης έχει μάθει να υπακούει στην αρχή της αποτελεσματικότητας. Αν κάποιος του υποσχεθεί ότι «θα λύσει το πρόβλημα» γρήγορα, παρακάμπτοντας τις δημοκρατικές διαδικασίες, τις συζητήσεις ή τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο πολιτικά απαίδευτος άνθρωπος μπορεί να το δει αυτό ως μια «λογική βελτιστοποίηση».
Οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι εκείνες που μας θυμίζουν ότι οι δημοκρατικές διαδικασίες είναι, από τη φύση τους, αργές και περίπλοκες, ακριβώς επειδή πρέπει να χωρέσουν την ανθρώπινη ποικιλομορφία. Μας θυμίζουν ότι τα δικαιώματα που θεωρούμε σήμερα δεδομένα κερδήθηκαν με αγώνες και αίμα, και μπορούν να χαθούν μέσα σε μια νύχτα, αν οι πολίτες γίνουν παθητικοί καταναλωτές ανέσεων.
Συμπέρασμα: Η επανάσταση του να παραμείνουμε Άνθρωποι
Ασφαλώς, δε χρειάζεται να παραιτηθούμε όλοι από τις δουλειές μας, να γραφτούμε στη Φιλοσοφική και να κλειστούμε σε σκονισμένες βιβλιοθήκες. Δε χρειαζόμαστε λιγότερους θετικούς επιστήμονες, λιγότερους γιατρούς ή λιγότερους προγραμματιστές. Το αντίθετο.
Χρειαζόμαστε μια ριζική αλλαγή στην εστίασή μας συνολικά. Χρειαζόμαστε προγραμματιστές που θα έχουν διαβάσει Αριστοτέλη, γιατρούς που θα κατανοούν την υπαρξιακή αγωνία μέσα από την ποίηση, οικονομολόγους που θα βλέπουν πίσω από τους δείκτες της ανεργίας τις ανθρώπινες ιστορίες που καταστρέφονται.
Η στροφή προς τις ανθρωπιστικές επιστήμες σημαίνει να δώσουμε ξανά αξία σε οτιδήποτε δεν μπορεί να μετρηθεί με νούμερα, likes, KPIs και ποσοστά κέρδους. Σημαίνει να καταλάβουμε ότι η πρόοδος μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσο γρήγορο είναι το ίντερνετ της, αλλά από την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου της, το επίπεδο της δικαιοσύνης της και την ικανότητά της να δείχνει έλεος στους πιο αδύναμους.
Ίσως τελικά, το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορούμε να κάνουμε σήμερα, σε έναν κόσμο που τρέχει με χίλια προς μια αυτοματοποιημένη τελειότητα, είναι να πατήσουμε για λίγο φρένο. Να κλείσουμε την οθόνη. Να ανοίξουμε ένα βιβλίο ιστορίας, να συζητήσουμε για μια ιδέα γύρω από ένα τραπέζι, να ακούσουμε μια ιστορία χωρίς να κοιτάμε το ρολόι μας. Όχι για να γίνουμε πιο παραγωγικοί για την εταιρεία μας. Αλλά για να διασώσουμε το μόνο πράγμα που οι μηχανές δε θα μπορέσουν ποτέ να αντιγράψουν: την ανθρωπιά μας.