Ποτέ στο παρελθόν ο Ιούνιος δεν ήταν τόσο ζεστός στη Γερμανία όσο το 2026. Αυτό έχει συνέπειες όχι μόνο για τους ανθρώπους και τη φύση, αλλά και για τις επιχειρήσεις. Η ζέστη μειώνει την παραγωγικότητα και προκαλεί ασθένειες, ενώ η ψύξη είναι δαπανηρή.
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τη Deutsche Welle, κατά τη διάρκεια του γερμανικού χειμώνα, το φως και η ζέστη αποτελούν σαφές πλεονέκτημα. Το καλοκαίρι όμως, θέσεις εργασίας, χωρίς σκίαση και κλιματισμό, μπορούν να γίνουν αφόρητα θερμές. Ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, καύσωνες έως και 40 βαθμών Κελσίου εμφανίζονται πλέον συχνότερα στη Γερμανία και διαρκούν περισσότερο.
Περιορισμένη χρήση κλιματισμού στη Γερμανία
Όπως τονίζεται, η αποτελεσματική ψύξη εξακολουθεί να είναι σχετικά σπάνια στη Γερμανία. Ενώ ο κλιματισμός θεωρείται σχεδόν αυτονόητος στις Ηνωμένες Πολιτείες, υπάρχει μόλις στο 6% των ιδιωτικών νοικοκυριών στη Γερμανία. Αντίθετα, περίπου το 50% των γραφείων και διοικητικών κτιρίων διαθέτει πλέον συστήματα ψύξης.
«Στις βόρειες χώρες, τα κτίρια τείνουν να σχεδιάζονται ώστε να διατηρούν τη θερμότητα λόγω των ψυχρών χειμώνων», εξήγησε η οικονομολόγος Καταρίνα Ουτερμέλ, η οποία εργάζεται στην οικονομική πολιτική έρευνα του ασφαλιστικού ομίλου Allianz. Είναι συν-συγγραφέας μελέτης για τις επιπτώσεις της ζέστης στη γερμανική οικονομία.
Ειδικότερα, η συγκεκριμένη μελέτη προειδοποιεί για τεράστιο οικονομικό κόστος λόγω μείωσης της παραγωγικότητας και αύξησης των ενεργειακών δαπανών. Η ακραία ζέστη δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα προσωρινό καιρικό φαινόμενο, αλλά έναν δομικό οικονομικό κλονισμό.
Θερμοκρασίες άνω των 30 βαθμών Κελσίου επιβαρύνουν σημαντικά το ανθρώπινο σώμα, ιδιαίτερα όταν αυτό δεν είναι συνηθισμένο σε τέτοιες συνθήκες. Η συγκέντρωση μειώνεται, η εφίδρωση αυξάνεται και το καρδιαγγειακό σύστημα καταπονείται συνολικά.
Σύμφωνα με την Ουτερμέλ, που μίλησε στο Deutsche Welle, αυτό έχει μετρήσιμες συνέπειες στον εργασιακό τομέα. «Πάνω από τους 30 βαθμούς, η παραγωγικότητα μειώνεται κατά 3% για κάθε επιπλέον βαθμό, ενώ το ενεργειακό κόστος αυξάνεται κατά 1,2% ανά βαθμό».
Οι άνθρωποι εργάζονται πιο αργά, τα λάθη αυξάνονται και τα μηχανήματα υπερθερμαίνονται. Αν χρησιμοποιείται ψύξη, απαιτείται περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια και αυτό είναι ακριβό.
Πάνω από 30 βαθμοί: Λιγότερη παραγωγικότητα, περισσότερες ασθένειες
Η ζέστη επιβαρύνει ιδιαίτερα όσους εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους, όπως στις κατασκευές, τη γεωργία ή τις υπηρεσίες διανομής. Η υγεία τους απειλείται άμεσα από τις υψηλές θερμοκρασίες.
Σύμφωνα με το Υπουργείο Εργασίας της Γερμανίας, οι συνολικές αναρρωτικές άδειες αυξάνονται περίπου κατά 3,5% τις ημέρες που η θερμοκρασία υπερβαίνει τους 30 βαθμούς Κελσίου και έως 6% κατά τη διάρκεια παρατεταμένων καυσώνων. Αυτό επίσης οδηγεί σε μείωση της παραγωγικότητας.
Σύμφωνα με τη μελέτη της Allianz, οι συνολικές οικονομικές απώλειες της Γερμανίας μεταξύ 2026 και 2030 θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 120 δισ. ευρώ. Απώλειες στο ΑΕΠ - δηλαδή στη συνολική οικονομική παραγωγή - έως και 3% θεωρούνται επίσης πιθανές. Η μείωση των αποδόσεων μπορεί να περιορίσει τη διάθεση των επιχειρήσεων για επενδύσεις, γεγονός που με τη σειρά του μπορεί να υπονομεύσει περαιτέρω την μελλοντική παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, αναφέρει η μελέτη.
Ο θερμότερος Ιούνιος από τότε που τηρούνται αρχεία
Παρά τα παραπάνω, η Γερμανία εξακολουθεί να βρίσκεται σε «μεσαία θέση» όσον αφορά τις πιθανές οικονομικές ζημιές από την κλιματική αλλαγή. Η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία έχουν ήδη επηρεαστεί πιο σοβαρά, ενώ οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης επωφελούνται εν μέρει, καθώς οι ηπιότεροι χειμώνες μειώνουν τις ανάγκες θέρμανσης.
Επισημαίνεται ότι το τρέχον κύμα καύσωνα στη Γερμανία είναι το μακροβιότερο που έχει καταγραφεί ποτέ για μήνα Ιούνιο από την έναρξη των μετεωρολογικών καταγραφών.
«Η Ευρώπη θερμαίνεται ταχύτερα από κάθε άλλη ήπειρο - και το πληρώνουμε με ανθρώπινες ζωές», δήλωσε ο Χανς Χένρι Κλούγκε, περιφερειακός διευθυντής του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Ευρώπη, στο Βερολίνο. Περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι στην Ευρώπη έχουν χάσει τη ζωή τους εξαιτίας της ζέστης τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Πόσο ζεστοί μπορούν να γίνουν οι χώροι εργασίας;
Να σημειωθεί ότι η Γερμανία διαθέτει «Κανονισμό για τους χώρους εργασίας», ο οποίος προβλέπει ότι οι εργοδότες πρέπει να εξετάζουν μέτρα αντιμετώπισης της θερμικής καταπόνησης όταν η θερμοκρασία φτάνει τους 26 βαθμούς Κελσίου. Από τους 30 βαθμούς και πάνω απαιτούνται προστατευτικά μέτρα, όπως παροχή νερού ή προσαρμογή του ωραρίου εργασίας. Σε θερμοκρασίες άνω των 35 βαθμών, ένας χώρος εργασίας θεωρείται γενικά ακατάλληλος.
Αυτό δεν θεωρείται επαρκές από την αντιπολιτευόμενη Αριστερά, η οποία ζητά να κατοχυρωθούν νομοθετικά αυστηρότερα μέτρα προστασίας από τη ζέστη. Πιο συγκεκριμένα, προτείνει σε εσωτερικούς χώρους να παρέχονται νερό, προστασία από τον ήλιο, ανεμιστήρες και επιπλέον διαλείμματα, ενώ όσοι εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους να δικαιούνται «επίδομα μειωμένου ωραρίου λόγω κλιματικής επιβάρυνσης».