Ειδήσεις &
Τοπικά Νέα

Ελλάδα   »   Ν. Βοιωτίας    »    Ειδήσεις & Τοπικά Νέα

Η Βοιωτία από ψηλά (video/drone)

Μερικά από τα πιο όμορφα και γνωστά σημεία της Βοιωτίας από Drone

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 26 April 2017 | 9:46 am


Μπλούτη-Καράτζαλη Νίκη | "Οι τυχεροί" (διήγημα)

"Οι τυχεροί", ένα διήγημα της Νικολίτσας Μπλούτη

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 25 April 2017 | 11:48 am


Βρίσκοντας καταφύγιο στη Λιβαδειά


Μία μικρή πόλη της Στερεάς Ελλάδας δίνει το παράδειγμα για την υποδοχή και ένταξη των προσφύγων σε ένα περιβάλλον ασφάλειας και αποδοχής.
Στη Λιβαδειά, στο πλαίσιο του προγράμματος στέγασης που υλοποιεί η Ύπατη Αρμοστεία σε συνεργασία με το Δήμο Λεβαδέων, οι πρόσφυγες όπως η οκτάχρονη Μαρά και η οικογένειά της, έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στην κανονικότητα και να κάνουν όνειρα για ένα μέλλον μακριά από τον πόλεμο και το φόβο.

Πηγή

Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 5 April 2017 | 9:10 am


Χατζηπαύλου Γιώργος

Ο Γιώργος Χατζηπαύλου γεννήθηκε στη Λιβαδειά (3 Αυγούστου 1977). Είναι ηθοποιός και stand-up comedian. Έγινε γνωστός από τις τηλεοπτικές εκπομπές Σκερτσάκια, Σφηνάκια, Λες και το ξερες και Κάτι Ψήνεται.

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 13 February 2017 | 2:54 pm


Μπλούτη-Καράτζαλη Νίκη | «Μαμά, θα μας κουρέψουνε;» (διήγημα)

Αναδημοσίευση από το Λόγω Γραφής 24.09.2016

Logoi_ton_Filon_diigima_Nikolitsa_Mplouti_Mama_tha_mas_kourepsoune_LogoGrafis.gr_.jpg

«Μαμά, θα μας κουρέψουνε;», ένα διήγημα της Νικολίτσας Μπλούτη

-Mανούλα, τέλειωσα το φαγητό μου. Θα παίξουμε τώρα το παιχνίδι που λέγαμε με τις λέξεις; Εσύ θα μου λες γράμματα κι εγώ θα βρίσκω λεξούλες… Εντάξει;

-Εντάξει μωρό μου. Κάτσε να πάρω τα πιάτα ένα λεπτό από το τραπέζι κι αμέσως μετά αρχίζουμε…

-Σήμερα μαμά η κυρία, μας είπε ένα πολύ ωραίο παραμύθι για τον Θεούλη και τον κόσμο. Θέλεις μόλις τελειώσουμε με το παιχνίδι να σου το πω;

-Και βέβαια να μου το πεις, αφού ξέρεις πόσο μ’ αρέσουν τα παραμύθια.

-Ωραία! Έλα, άρχισε τότε, πες μου γραμματάκια.

-Μμμμ, λοιπόν… Πες μου λέξεις από ‘’κάπα’’, όπως καρότο…

-Ναι, ναι θα βρω μη με βοηθάς εσύ… δεν πρέπει. Η κυρία δεν μας βοηθάει όταν μας ρωτάει… Από ‘’κου’’ ε; ‘’Κότα’’, ‘’κουτί’’, ‘’κουνουπίδι’’, που φάγαμε σήμερα και δεν μ’ άρεσε καθόλου, α και ‘’Καλαμάτα’’ μανούλα, που ‘ναι η πόλη μας… Δεν πιάνεται που είναι πόλη;

–Και βέβαια πιάνεται. Μπράβο καρδιά μου… Σιγά σιγά θα μάθετε και να τις γράφετε, θα δεις πόσο εύκολο είναι.

-Εντάξει, πες μου άλλο γράμμα τώρα.

-Πες μου λέξεις από ‘’άλφα’’, όπως Ασημίνα, που είναι όνομα.

-Από ’’α’’, ε; ‘’Αγόρι’’… ‘’άγγελος’’…’’ αστραπές’’, που έριχνε χθες και τις φοβόμουνα. Να σου πω κι άλλες; Είναι εύκολο το ‘’α’’…

-Πες μου όσες θέλεις.

-Λοιπόν… ‘’Αγορά’’… ‘’αν’’… ‘’αγγούρι’’, που μ’ αρέσει πολύ… ‘’αμήν’’, που λέμε στην προσευχούλα μας… ‘’ακόμα’’… ‘’άλλοτε’’…

-Άλλοτε! Τι ωραία λεξούλα που είναι αυτή; Από πού την άκουσες μωρό μου;

-Μας την είπε η κυρία μας σήμερα και μου άρεσε και μένα. Μας είπε για τα παλιά χρόνια που ήτανε κι αυτή μικρή και φορούσανε ποδιές στο σχολείο.

-Ναι; Και πώς σας την είπε, θυμάσαι να το πεις;

-Ναι αμέ… Μας είπε πως ‘’άλλοτε, που πηγαίναμε εμείς σχολείο φορούσαμε ωραίες μπλε ποδιές τα κορίτσια με άσπρη κορδέλα κάθε μέρα στα μαλλάκια μας.’’

-Μπράβο ψυχή μου. Αυτό σημαίνει πως κατάλαβες κι εσύ πού μπορείς να τη χρησιμοποιείς.

-Ναι κατάλαβα, όταν μιλάω για κάτι που έγινε παλιά δηλαδή. Όπως, όταν γεννήθηκα παλιά. Δεν μπορώ να πω κι εγώ μανούλα ‘’άλλοτε όταν γεννήθηκα… έκανα πολύ χαρούμενους τους γονείς μου;’’

-Μμμμ, όχι ακριβώς… θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις πού ακριβώς μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε, τώρα αρκεί που μαθαίνεις πόσες όμορφες λέξεις υπάρχουν στη γλώσσα μας. Εντάξει;

-Αααα, και το ‘’αρκεί’’, είναι λέξη από ‘’α’’… Και το ‘’αμέ’’, ε μαμά;

-Μμμμ, τώρα μου βάζεις δύσκολα το ξέρεις; Το ‘’αμέ’’, είναι μια λεξούλα που τη χρησιμοποιούμε συνήθως όταν μιλάμε κι όχι όταν γράφουμε κάτι. Σημαίνει πως συμφωνώ και κολλάει δίπλα στο ‘’ναι’’ που είπες πριν… Κατάλαβες; Μπορείς όμως να ρωτήσεις και την κυρία σου αύριο να σου την εξηγήσει εκείνη πιο καλά, γνωρίζει καλύτερα τον τρόπο μιας και είναι δασκάλα.

-Εντάξει μανούλα. Έλα, πες μου άλλο γράμμα τώρα; Θες να σου πω λεξούλες από ‘’μι’’ που το μάθαμε σήμερα;

-Ναι, πες μου. Εύκολο γραμματάκι το ‘’μι’’, έχει πολλές λέξεις.

-Πρώτη πρώτη θα σου πω τη ‘’μαθήτρια’’, που είμαι κι εγώ φέτος και μ’ αρέσει πολύ. Αααα και το ‘’μάθημα’’, που κάνεις εσύ τα απογεύματα στα παιδιά. Και μετά… θα σου πω το ‘’μετά’’, δεν πιάνεται κι αυτό; Από ‘’μι’’ δεν είναι;

-Ναι πιάνεται…

-Λοιπόν… ‘’μασκαράδες’’, που ντυνόμαστε τις Απόκριες και μ’ αρέσει κι αυτό πολύ… ‘’μάγειρας’’, που γίνεται καμιά φορά ο μπαμπάς όταν εσύ δεν προλαβαίνεις. ‘’Μεγάλο’’, ‘’μικρό’’, ‘’μεσαίο’’… Είδες μανούλα πόσες ξέρω; Ααααα, βάλε και το ‘’μανούλα μας’’ που την αγαπάμε όλοι πολύ… από ‘’μι’’ αρχίζεις κι εσύ ε;

-Μπράβο γλυκιά μου! Δε θα σε πιάνει κανένας σε λίγο σ’ αυτό το παιχνίδι…

-Μανούλα…, να σου πω κι άλλη μια δύσκολη λέξη από ‘’μι’’, αλλά δεν ξέρω τι σημαίνει. Θα μου την εξηγήσεις για να την πω αύριο στην κυρία και να μου πει κι αυτή πολλά μπράβο όπως εσύ;

-Και βέβαια να μου πεις.

-‘’Μνημόνιο…’’ Πειράζει όμως που αρχίζει από ‘’μνι’’; Δεν πιάνεται;

-Μμμμ. Όχι δεν πειράζει. Αλλά πού την έμαθες εσύ αυτή τη λέξη ε; Πριν λίγα χρόνια ούτε εγώ δεν τη γνώριζα.

-Την ακούω στις ειδήσεις μανούλα που βλέπει ο μπαμπάς… και την έχει πει κι αυτός πολλές φορές όταν μιλάει με τον φίλο του, τον κύριο Σάββα. Ξέχασα όμως να τον ρωτήσω τι σημαίνει…

-Ναι… Δύσκολη λέξη το ‘’μνημόνιο’’ Μυρτούλα. Θα προσπαθήσω να στην εξηγήσω, αλλά νομίζω πως είσαι πολύ μικρή ακόμα για να την καταλάβεις μωρό μου. Μνημόνιο, είναι μια γραπτή συμφωνία –ένα έγγραφο— ας πούμε, που γράφουν μέσα σ’ αυτό όσα έχουν συμφωνήσει κάποιες χώρες με την Ελλάδα μας κι ύστερα το υπογράφουν για να κρατήσουν όλα τα μέρη τη συμφωνία τους… Κάπως έτσι είναι, κατάλαβες τίποτα;

-Λίγα… Άσε, μάλλον δε θα τη πω αυτή στην κυρία, είναι δύσκολη. Θα την πω του χρόνου όταν θα την έχω καταλάβει καλά. Εντάξει;

-Καλύτερα, συμφωνώ κι εγώ.

-Έλα, πες μου τώρα άλλο ένα γραμματάκι, μόνο τρία έχουμε πει…

-Ένα τελευταίο. Μετά θα πάμε στο δωμάτιο να ξαπλώσουμε λίγο και να κάνουμε αγκαλίτσες. Κουράστηκα σήμερα, μπορούμε να συνεχίσουμε το απόγευμα το παιχνίδι με τις λεξούλες. Να παίξουμε και τον μπαμπά, που θα έχει ως τότε γυρίσει.

-Εντάξει. Κι εγώ κουράστηκα μανούλα. Μόνο ένα θα πούμε.

-Λοιπόν, ας πούμε λεξούλες από ‘’Ρο’’, όπως ‘’ρινόκερος’’.

-Μμμμμ, γιατί την είπες; Αυτή μου αρέσει, θα την έλεγα κι εγώ.

-Δεν πειράζει, πες μου άλλες εσύ.

-‘’Ράψιμο’’, που κάνει η μοδίστρα όταν της πάμε τα παντελόνια του μπαμπά. ‘’Ρέψιμο’’, που κάνω εγώ καμιά φορά και με μαλώνεις…

-Ναι… σε μαλώνω όταν το κάνεις μπροστά στους άλλους. Σου έχω εξηγήσει ότι δεν είναι ευγενικό να μας ακούει ο άλλος να ρευόμαστε… Κατάλαβες;

-Καλά, αφού το λες εσύ. Μμμμ, ‘’Ρολόι’’, και αυτό που κρεμάμε στον τοίχο και αυτό που φοράμε στο χέρι. ‘’Ρομπότ’’… Ααααα! ‘’Ραπουνζέλ’’! Σωστό δεν είναι μαμά; Μ’ αρέσει η Ραπουνζέλ, το ξέρεις; Κι όταν μεγαλώσω θέλω πολύ να της μοιάσω, μ’ αρέσουν πολύ τα μακριά μαλλιά της.

-Το ξέρω μωρό μου, σωστή είναι κι αυτή η λέξη. Απλά είναι ένα ξένο όνομα.

-Μανούλα… να σε ρωτήσω άλλη μια λέξη από ‘’κου’’ που άκουσα στις ειδήσεις και στενοχωρήθηκα πολύ;

-Και γιατί μου συννέφιασες έτσι; Θα στην εξηγήσω εγώ, μη μου στενοχωριέσαι για τέτοια μωρέ… Πες μου ποια είναι;

-… Είναι το ‘’κούρεμα’’. Έτσι είπαν στην τηλεόραση για τους Έλληνες. Μανούλα φοβάμαι… Θα μας κουρέψουνε όλους; Εγώ δε θέλω να κουρευτώ. Θέλω ν’ αφήσω τα μαλλάκια μου μακριά να γίνουν σαν της Ραπουνζέλ…

-Όχι μωρό μου μη φοβάσαι, κανέναν δε θα κουρέψουνε. Άλλο εννοούνε μ’ αυτή τη λέξη, μην μου ανησυχείς εσύ. Δεν έχει καμιά σχέση με το κούρεμα. Και… να σου πω, τα απογεύματα όταν λείπω καμιά φορά για μάθημα, δε θέλω να κάθεσαι μπροστά στην τηλεόραση και να βλέπεις ειδήσεις. Οι ειδήσεις και τα περισσότερα προγράμματα της τηλεόρασης είναι για μεγάλους. Κατάλαβες; Εσύ θα βλέπεις μονάχα τα παιδικά, που είναι και ψυχαγωγικά, σου φτιάχνουν δηλαδή το κέφι και παιδαγωγικά, σου μαθαίνουν διάφορα πράγματα που είναι για την ηλικία σου. Κατάλαβες Μυρτώ μου;

-Κατάλαβα. Εγώ δε βλέπω ειδήσεις, παίζω με τις κούκλες μου όταν τις κοιτάει ο μπαμπάς στην τηλεόραση. Αλλά τις ακούω όμως… Εκεί άκουσα πως θέλουν να κουρέψουν όλους τους Έλληνες…

-Εντάξει, τα είπαμε αυτά. Βγάλτο από το μυαλό σου αυτό, δεν πρόκειται να γίνει. Έλα σήκω γλυκιά μου τώρα να πάμε να ξαπλώσουμε λιγουλάκι…

-Αλλά θα μ’ αφήσεις να σου πω το παραμύθι που μας είπε η κυρία, πριν κοιμηθώ… Εντάξει;

-Εντάαααξει.

*

-Έλα… άρχισε το παραμύθι, γιατί μου φαίνεται πως θ’ αποκοιμηθώ εγώ πρώτη σήμερα, νυστάζω πολύ Μυρτούλα.

-Δεν είναι μεγάλο μανούλα, άκου… Κάποτε…, κι άλλη λέξη από ‘’κου’’ που την ξέχασα ε;

-Ναι σωστά. Συνέχισε λοιπόν…

-Λοιπόν… Κάποτε ο Θεούλης όταν έφτιαξε όοοοολον τον κόσμο, μάζεψε όοοολους τους ανθρώπους για να τους μοιράσει, λέει η κυρία μας, τις χώρες που θα ζούνε. Άρχισε τότε να δίνει την Αγγλία σε μερικούς… την Αμερική σε πολλούς… την Κίνα σε πολλούς… τη Γερμανία σε μερικούς… την Ιταλία, σε άλλους μερικούς… την Τουρκία που είναι δίπλα μας σε πολλούς… Και κάποια στιγμή, του τελειώσανε και οι χώρες και οι άνθρωποι. Έφτασαν όμως στο τέλος, μερικοί που δεν πήραν και του ζήτησαν κι αυτοί μια χώρα για να ζήσουνε. Ο Θεός τότε τους κοιτούσε και σκεφτόταν ποια να τους δώσει. Ένας από τους ανθρώπους πετάχτηκε και του έδειξε μια μικρούλα χώρα που ήταν στη μέση της Ιταλίας και της Τουρκίας, μας είπε η κυρία… Μανούλα μ’ ακούς ή κοιμάσαι;

-Σ’ ακούω μωρό μου και μ’ αρέσει πολύ το παραμύθι σου. Συνέχισε…

-Ναι… Πού είχαμε μείνει; Αααα ναι! Του ζήτησαν λοιπόν αυτή τη μικρούλα χώρα που είχε γύρω γύρω θάλασσα και πολλά νησάκια κοντά της. Ο Θεός τότε τους απάντησε μετά από πολλή σκέψη. ‘’Αυτή τη μικρούλα χώρα τη λένε Ελλάδα και την κρατάω για μένα, επειδή είναι η πιο όμορφη απ’ όλες. Χωράμε όμως, γι’ αυτό ελάτε κι εσείς μαζί μου…’’ Είπε ο καλός Θεούλης στους λίγους Έλληνες και τους πήρε κοντά του να ζήσουν στην πιο όμορφη χώρα, δηλαδή την Ελλάδα μας… Σού άρεσε μανούλα;

-Πάρα πολύ καρδιά μου. Είναι πολύ συγκινητικό παραμύθι.

-Έχουμε την πιο όμορφη χώρα, μας είπε η κυρία μας και τον Θεό κοντά μας να μας φυλάει…

-Ναι, είμαστε τυχεροί. Έχουμε στ’ αλήθεια την πιο όμορφη χώρα μωρό μου!

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 9 January 2017 | 1:42 pm


Θεοχάρης Γ.Χ. | Étienne, όπως Στέφανος (εξ ακανθών)

Αναδημοσίευση από efsyn.gr, 07.01.2017

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 9 January 2017 | 1:17 pm


Συνέντευξη Νικολίτσας Μπλούτη-Καράτζαλη

karantzali.png

Είκοσι χρόνια σιωπής, πώς χώρεσαν ανάμεσα σε δυο τόσο αγαπημένα πρόσωπα; Είκοσι ολόκληρα χρόνια πλήρωσε σαν αντίτιμο η Ελένη στην κόρη της, γιατί τόλμησε κάποτε να δώσει το χέρι στον έρωτά της. Τόσα χρέωσε η Όλγα στη μάνα της και στον εαυτό της, μέχρι που βρέθηκε κι εκείνη μοιραία μια μέρα στη θέση
της κι ήρθε αντιμέτωπη με τα δικά της διλήμματα. Πώς μπορεί ένας έρωτας να κλονίσει σχέσεις ζωής, στοργής κι αγάπης; Όταν οι δεσμοί αίματος είναι οι πιο δυνατοί κρίκοι στην αλυσίδα της ζωής; Η Όλγα κι ο Γιώργος, ο Γρηγόρης κι η Μαρίνα, η Ελένη, η Ασημίνα, ο Λευτέρης, υφαίνουν τη δική τους ιστορία, με αγάπη, υπομονή,
ελπίδες, όνειρα, αντοχές και ανοχές… Όπλα, απέναντι στις ανατροπές που μας επιφυλάσσει η ζωή καθημερινά. Άλλοι ακολουθούν χωρίς ενδοιασμούς τα «θέλω» τους κι άλλοι υποτάσσονται στα «πρέπει», μένοντας με πείσμα μακριά απ’ τα όνειρά τους. Ώσπου, το ρολόι της καρδιάς αρχίζει μια μέρα να χτυπά σαν ξυπνητήρι για να τους βγάλει απ’ το λήθαργο της μονοτονίας, της μοναξιάς και των συμβιβασμών.

Η Νικολίτσα Μπλούτη-Καράτζαλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο, ένα χωριό της Λιβαδειάς, κοντά στη φύση, με τις μυρωδιές και τα χρώματά της. Έχει μια υπέροχη οικογένεια με τρία παιδιά. Οι γονείς της την έμαθαν από μικρή να μυρίζει και να ανταμώνει την ευτυχία στα πιο απλά και καθημερινά πράγματα της ζωής. ‘Ενα απ’ αυτά είναι για εκείνη τα βιβλία. Με το μυθιστόρημα «Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα», κάνει τα πρώτα της βήματα στα μονοπάτια της λογοτεχνίας.

Συνέντευξη Νικολίτσας Μπλούτη-Καράτζαλη


1. Πες μας λίγα πράγματα που δεν μοιράζεσαι εύκολα για τον εαυτό σου. Πώς θα σε περιέγραφες αν ήσουν ένας χαρακτήρας βιβλίου;
Είναι δύσκολο να με δω με το μάτι του συγγραφέα, δεν ξέρω αν καταφέρω δηλαδή να είμαι αντικειμενική… αλλά θα προσπαθήσω. Σε γενικές γραμμές είμαι ένας άνθρωπος ήρεμος και οπλισμένος με αρκετή υπομονή. Είμαι μια γυναίκα απλή, σύζυγος και μητέρα πρώτα απ’ όλα. Η οικογένειά μου είναι η ζωή μου. Αγαπώ το διάβασμα και μ’ αρέσει να γράφω, είναι ένας τρόπος έκφρασης που με βοηθάει να δραπετεύω από την πεζή και δύσκολη καθημερινότητα. Προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη και να ελπίζω σε ένα καλύτερο ‘’αύριο’’ για τα
παιδιά μου.
Σου ανέφερα όμως, μόνο τα θετικά στοιχεία του χαρακτήρα μου… Γι’ αυτό θα σου εξομολογηθώ τώρα τι λένε οι άλλοι για μένα. Λένε λοιπόν, πως είναι δύσκολο να με πλησιάσεις, γιατί η επιφυλακτική ματιά μου, τους καθηλώνει και τους κρατάει σε απόσταση. Ωστόσο, όταν μας δοθεί η ευκαιρία και γνωριστούμε καλύτερα, αλλάζουν τελείως άποψη για μένα κι αυτό με ευχαριστεί, γιατί δεν είμαι καθόλου δύσκολος άνθρωπος. Απεναντίας, μπορώ να ισχυριστώ πως είμαι πολύ δοτική με τους ανθρώπους που επιλέγω να είναι κοντά μου. Δεν ξέρω αν κατάφερα τελικά να είμαι αντικειμενική, πάντως όφειλα να σου αναφέρω και την άποψη των άλλων -ως πρώτη εντύπωση-
βέβαια.

2. Μοιράσου μαζί μας λίγα λόγια για το βιβλίο σου.
Το μυθιστόρημα ’’όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα’’ αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις κι επικεντρώνεται στη σχέση
μάνας-κόρης. Η πρωταγωνίστρια της ιστορίας μου, είναι μια γυναίκα που την εγκατέλειψε η μητέρα της, όταν ήταν ακόμα παιδί κι αυτό το γεγονός σημάδεψε τη ζωή της. Κυριαρχείται από τη λογική κι είναι φορές που γίνεται απόλυτη στις απόψεις της ακόμα κι αν αυτές είναι αντίθετες με τα ‘’θέλω’’ της. Σε αντίθεση με τη μητέρα της, που σε κάποια στιγμή της ζωής της πήρε τη μεγάλη απόφαση ν’ ακολουθήσει τον έρωτα τηs.
Η Όλγα, χρέωσε στη μάνα της είκοσι ολόκληρα χρόνια σιωπής, σαν τιμωρία, για το βήμα που έκανε τότε κι έφυγε μακριά τους. Τα ‘’πρέπει’’ και τα ‘’θέλω’’ των ηρώων έρχονται καθημερινά σε σύγκρουση. ‘’Άλλοι ακολουθούν δίχως κανένα ενδοιασμό τα θέλω τους κι άλλοι υποτάσσονται στα πρέπει, μένοντας με πείσμα μακριά απ’ τα όνειρά τους…’’ αναφέρεται στο βιβλίο. Θα ‘ρθει όμως και η κατάλληλη στιγμή για την Όλγα, που θα πιάσει το τιμόνι της
ζωής της γερά και θ’ αλλάξει ρότα στην πορεία της. Θα εγκαταλείψει τον άντρα της και θα αναζητήσει την αγκαλιά της μάνας της, όταν συνειδητοποιήσει πια μέσα από τις εμπειρίες της, πως μια τέτοια δυνατή σχέση, που στηρίζεται φυσικά ακόμα στην αγάπη, δεν μπορεί να τη διαγράψει από τη ζωή της.

3. Το βιβλίο σου είναι μυθιστόρημα αισθηματικής λογοτεχνίας. Τι σε συναρπάζει στο συγκεκριμένο είδος; Θεωρείς τον έρωτα κινητήρια δύναμη;
Βέβαια. Είναι κινητήρια δύναμη, είναι πηγή ζωής, συμπορεύεται με τηντέχνη, τη δημιουργικότητα, τη μουσική… Ο έρωτας είναι η έμπνευση για όλες τις τέχνες. Οι πιο όμορφες μουσικές γράφτηκαν για τον έρωτα. Οι πιο
ωραίοι ζωγραφικοί πίνακες, εμπνεύστηκαν με αφορμή τον έρωτα. Όλοι οι ποιητές, τον εξυμνούν μέσα από τους στίχους τους. Υπέροχα, κλασικά βιβλία διάλεξαν για πρωταγωνιστή τους τον έρωτα…

4. Θεωρείς ότι οι ιστορίες αγάπης σε ένα αισθηματικό μυθιστόρημα, όσο περίπλοκες και αν είναι, είναι αρκετές για να κρατήσουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να διατηρήσουν το σασπένς;
Οι ιστορίες αγάπης κρατούν το σκήπτρο στη λογοτεχνία αιώνες τώρα, όσο αφορά το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Η αγάπη είναι αυτή που χτίζει όλες τις σημαντικές σχέσεις μας. Η αγάπη που τρέφουμε για τον σύντροφό μας και τα παιδιά μας, η αγάπη για τους φίλους μας, η αγάπη για τους συγγενείς και τους γνωστούς μας, τροφοδοτεί τη ζωή μας με ελπίδες και όνειρα. Χωρίς την αγάπη η ζωή μας δεν θα είχε κανένα νόημα, θα ήταν άγονη και βαρετή.

5. Πώς ήταν η εμπειρία της έκδοσης για σένα;
Ένα συναίσθημα πολύ δυνατό και πρωτόγνωρο. Συγκινήθηκα όταν έπιασα για πρώτη φορά το δικό μου βιβλίο στα χέρια μου και όταν το διάβασα επίσης, σαν… αναγνώστης. Μετά φυσικά, μοιράστηκα τη χαρά μου με τους δικούς μου ανθρώπους και με τον κόσμο που το αγκάλιασε μέσα από τις παρουσιάσεις.

6. Έχεις κάποιο «τελετουργικό» όταν γράφεις; Συγκεκριμένη ώρα, μέρος, γραμματοσειρά στον υπολογιστή;
Ναι, βέβαια έχω, με τον καιρό το αντιλήφθηκα αυτό. Δεν μπορώ να γράψω οποιαδήποτε ώρα και σε οποιοδήποτε μέρος. Πάντα γράφω τα πρωινά όταν είμαι μόνη μου στο σπίτι και μπορώ να συγκεντρωθώ σ’ αυτό που θέλω να κάνω. Όταν δεν έχω καταπιαστεί με μια συγκεκριμένη ιστορία, ή όταν έχω κολλήσει κάπου ή όταν ακόμα δεν έχω διάθεση να συνεχίσω, αφήνω το γράψιμο και αρχίζω να διαβάζω και να διορθώνω όσα έχω συγκεντρώσει. Και όλα αυτά πάντα με τη συνοδεία της αγαπημένης μου μουσικής, δεν μπορώ να γράψω λέξη αν δεν ακούω τη μουσική που μου αρέσει.

7. Συγγραφικά, πώς βλέπεις τον εαυτό σου σε πέντε χρόνια; Θα ασχολείσαι ακόμα με τον χώρο και αν ναι,
τι ελπίζεις να έχεις πετύχει μέχρι τότε;

Σίγουρα θα ασχολούμαι, γιατί δεν πιστεύω πως θα σταματήσω ποτέ να γράφω. Τον άλλο μήνα θα εκδοθεί το
δεύτερο βιβλίο μου κι είμαι πολύ χαρούμενη γι’ αυτό. Ελπίζω σε πέντε χρόνια να έχω καταφέρει να εκδώσω και τα άλλα, που περιμένουν στη σειρά. Tο γεγονός να βλέπεις τελικά το έργο σου ολοκληρωμένο, είναι μια γλυκιά
ικανοποίηση που σου προσφέρει μεγάλη χαρά.

8. Τι σε ενέπνευσε να ξεκινήσεις την συγγραφή και τι ήταν αυτό που σε ώθησε να προχωρήσεις στην
έκδοση του βιβλίου σου;

otan_h_siwph_milaei_sta_oneiracover-prepress1-510x751.jpg

Τα πάντα γύρω μου μπορούν να μου δώσουν έμπνευση, από το πιο απλό μέχρι το πιο μεγάλο. Το έναυσμα το δίνει η ίδια η ζωή, οι σχέσεις μας, οι δυσκολίες που βιώνουμε καθημερινά, όλα είναι μια αφορμή για να τα καταθέσεις και να τα δουλέψεις σε ένα μυθιστόρημα. Έγραφα από μικρή, αλλά ποτέ δε σκέφτηκα να προχωρήσω στην έκδοση. Το διάστημα που έγραψα το πρώτο βιβλίο μου, δεν είχα καθόλου στον νου μου πως μπορεί μια μέρα να το διαβάσει κάποιος. Το έκανα αποκλειστικά για μένα, ήταν μια ενδόμυχη ανάγκη μου να πιάσω το μολύβι και να γράψω, γι’ αυτό και το θεωρώ πολύ γνήσιο κι απέριττο. Σκοπεύω να το εκδώσω δίχως να το πειράξω, να κάνω δηλαδή κάποιες αλλαγές για να είναι πιο προσιτό στον αναγνώστη. Πιστεύω πως τα πιο απλά πράγματα είναι αυτά που μας συγκινούν περισσότερο.
Στην πορεία θέλησα να γράψω ένα άλλο βιβλίο, το ‘’όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα’’, στο οποίο έχω λάβει σοβαρά υπόψη μου τη ματιά του αναγνώστη και τα μηνύματα που ήθελα να περάσω μέσα απ’ αυτό. Όταν λοιπόν το τέλειωσα με το καλό, ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ όλο αυτό το ταξίδι που έκανα με τους ήρωες του και με άλλους ανθρώπους. Κι έτσι το έστειλα στον εκδοτικό. Μετά, όλα πήραν τον δρόμο τους.

9. Βλέπεις τη συγγραφή επαγγελματικά ή σαν χόμπι;
Όχι, δεν τη βλέπω σαν επάγγελμα. Είναι το χόμπι μου κι ένα μεγάλο πάθος… Αλλά, αφού έκανα την αρχή με την έκδοση ενός βιβλίου, θέλω να συνεχίσω και με τα επόμενα. Όλοι μας πάντα κάτι παίρνουμε από τις σκέψεις και τους προβληματισμούς των άλλων όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο. Πιστεύω πως τα βιβλία διευρύνουν τους ορίζοντες της σκέψης μας.

10. Ποιά θα έλεγες ότι είναι η αγαπημένη σου τέχνη μετά τη λογοτεχνία;
Η μουσική! Είναι ένα μέσο τέρψης και έκφρασης για μένα. Με βοηθάει να χαλαρώσω και ν’ αποδράσω νοητά από την καθημερινότητα. Όπως σας ανέφερα και πριν, η μουσική μ’ επηρεάζει πάντα πολύ ψυχολογικά και δίνω μεγάλη σημασία επίσης στους στίχους, γιατί θεωρώ πως συντελούν σε μεγάλο βαθμό στο αν τελικά ένα τραγούδι το κάνουμε κατά κάποιο τρόπο ‘’δικό μας’’. Όταν θέλω να θυμηθώ κάτι όμορφο, ανακαλώ στη μνήμη μου ένα αγαπημένο τραγούδι και ταξιδεύω μαζί του προς τα πίσω, για να ξαναζήσω νοερά κάποιες ανεπανάληπτες στιγμές που μοιράστηκα με αγαπημένα μου πρόσωπα.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, που ο Ιπποκράτης συνιστούσε θεραπείες με μουσική επειδή ακριβώς επιδρά θετικά στις ψυχικές καταστάσεις των ακροατών.

11. Από τι πιστεύεις ότι πρέπει να αποτελείται μια ιστορία για να αξίζει να ειπωθεί;
Οποιαδήποτε ιστορία αξίζει νομίζω να ειπωθεί, απλά θέλει λίγη ‘’μαστοριά’’ για να την υφάνεις και να την
παραδώσεις στον αναγνώστη σαν ένα όμορφο χειροποίητο κεντητό, ώστε να τον δελεάσεις και να του δώσεις μια αφορμή να ταξιδέψει μαζί σου μέσα από τις σελίδες του.

11. Κατά πόσο πιστεύεις ότι η ζωή στην επαρχία έχει επηρεάσει τον τρόπο γραφής σου και τα θέματα με τα
οποία ασχολείσαι; Νομίζεις ότι αν είχες γεννηθεί σε ένα μεγάλο αστικό περιβάλλον θα έβλεπες τον κόσμο
της λογοτεχνίας με άλλα μάτια;

Ίσως, αυτό δεν μπορώ να το πω με σιγουριά. Αυτό που πιστεύω όμως τώρα πια, είναι πως όλοι εμείς που ζούμε
στη επαρχία είμαστε λίγο πιο τυχεροί σε σύγκριση με τον κόσμο που ζει σε μεγάλα αστικά κέντρα. Το περιβάλλον παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ψυχοσύνθεσή μας. Όσο για τα θέματα τα οποία επιλέγει ν’ ασχοληθεί κάποιος συγγραφέας, δε νομίζω να σχετίζονται και πολύ με τον τόπο στον οποίο ζει και δουλεύει. Αρκεί βέβαια, να ενημερώνεται και ν’ ακολουθεί τον χτύπο της καρδιάς του κόσμου.

12. Λέγεται ότι για να γράψει κανείς πρέπει να ‘χει βιώσει μεγάλο συναισθηματικό πόνο –κάτι που ισχύει
για την πλειοψηφία των μεγάλων συγγραφέων. Κατά τη γνώμη σου είναι σημαντικό κάτι τέτοιο; Οι
συγγραφείς μπορούν να περιγράψουν πράγματα που δεν έχουν ζήσει. Νομίζεις ότι είναι αρκετή η
καλπάζουσα φαντασία για να περιγράψει κανείς περίπλοκα συναισθήματα;

Η φαντασία είναι το κυριαρχικό στοιχείο για μένα. Όσο αφορά το συναισθηματικό κομμάτι, πιστεύω ότι εξαρτάται από την ‘’ικανότητα’’ του κάθε συγγραφέα να το καταγράψει όσο πιο γλαφυρά γίνεται, για ν’ αγγίξει την ψυχή του αναγνώστη. Κι αν η πλειοψηφία, όπως αναφέρατε, των μεγάλων συγγραφέων έχει βιώσει μεγάλο συναισθηματικό πόνο, υπάρχουν κι εκείνοι που έχουν γράψει αριστουργήματα, έχοντας προσεγγίσει συναισθηματικά τον ψυχισμό δολοφόνων, ψυχικά αρρώστων, φυλακισμένων, κατατρεγμένων, χωρίς να είναι τίποτα από όλα αυτά. Και όπως υποστηρίζουν άλλωστε πολλοί συγγραφείς, όταν γράφεις μια ιστορία αναπόφευκτα μπαίνεις κι εσύ στο σκηνικό που στήνεις και ανάλογα με την πλοκή της πάντα, μοιράζεσαι τα συναισθήματα των ηρώων σου…
Εμένα προσωπικά οι ιστορίες μου μ’ επηρεάζουν πολύ ψυχολογικά, δεν μπορώ να το αποφύγω αυτό όσο κι αν
προσπαθήσω. Όταν γράφεις για παράδειγμα, για ένα ζευγάρι που χωρίζει μετά από τριάντα χρόνια γάμου και θέλεις να εξηγήσεις τους λόγους που επικαλείται ο καθένας από τους δυο ή όσα όμορφα μοιράστηκαν όλα αυτά τα χρόνια, δε γίνεται να μην επηρεαστείς και να μην στενοχωρηθείς. Όλα αυτά είναι μια κατάθεση ψυχής και για να καταφέρουν ν’ αγγίξουν συναισθηματικά τον αναγνώστη, πρέπει πρώτα αυτό να το έχει πετύχει ο ίδιος συγγραφέας με τον εαυτό του.

13. Φαντασία, γνώση της γλώσσας ή ταλέντο; Τι πιστεύεις ότι είναι πιο σημαντικό για έναν συγγραφέα;
Και τα τρία… Στη λογοτεχνία είναι αλληλένδετα, το ένα υποστηρίζει το άλλο και κανένα από αυτά δε μπορεί να
αποδώσει μόνο του. Η φαντασία σε βοηθάει να δραπετεύεις και να υφαίνεις ιστορίες όπως εσύ θέλεις να τις
δομήσεις. Η γνώση της γλώσσας είναι απαραίτητη στη λογοτεχνία για να περιγράψεις συναισθήματα, σκέψεις,
χαρακτήρες, ακόμα και τοπία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και το ταλέντο είναι αυτό που στηρίζει σαν θεμέλιος λίθος όλο αυτό το οικοδόμημα που προσπαθείς να δομήσεις με τη φαντασία σου

14. Δώσε μια λογοτεχνική συμβουλή στους συγγραφείς μας του Moonlight Tales.
Δεν είμαι σε θέση να δώσω ακόμα λογοτεχνικές συμβουλές σε συναδέλφους, αφού μόλις ξεκίνησα να περπατάω στα λογοτεχνικά μονοπάτια της γραφής… Επειδή όμως εκ πείρας γνωρίζω πως όλοι όσοι γράφουν, αγαπούν πολύ αυτό που κάνουν, θα ήθελα να τους παροτρύνω να συνεχίσουν να μοιράζονται τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους με τους αναγνώστες, με περισσότερα ελπιδοφόρα μηνύματα και αισιοδοξία για το ‘’αύριο’’ όλων μας.

15. Θεωρείς ότι ένα blog σαν το δικό μας θα μπορούσε να σε βοηθήσει στην καριέρα σου σαν συγγραφέας;
Σαφώς και μπορεί, γι’ αυτό άλλωστε θέλησα να καταθέσω τις απόψεις μου και να μοιραστώ κάποια πράγματα μαζί σας. Το να γνωρίσει ο κόσμος ένα καινούργιο βιβλίο είναι ένα μεγάλο βήμα. Πιστεύω πως κάνετε πολύ καλά τη δουλειά σας και με χαροποιεί ιδιαίτερα, το ότι υπάρχουν άνθρωποι που αγαπούν τόσο τα βιβλία, ώστε να ασχολούνται με πρωτόπειρους συγγραφείς και να
προσπαθούν να τους αναδείξουν για να τους γνωρίσει ο κόσμος.

16. Πέρα από ιστορίες και τις συνεντεύξεις, στο Moonlight Tales δημοσιεύονται άρθρα με tips και
συμβουλές για συγγραφείς, στα οποία καλύπτονται θέματα όπως η συγγραφή ερωτικών σκηνών ή δράσης
στα βιβλία και οι θάνατοι χαρακτήρων στις ιστορίες. Σε μια τέτοια στήλη εσύ ποιο θέμα θα ήθελες να
καλυφθεί;

Τα παρακολουθώ πάντα τα άρθρα που δημοσιεύεται και τα βρίσκω όντως πολύ ενδιαφέροντα για μένα. Ο
συγγραφέας πάντα χρειάζεται μια συμβουλή, δεν είναι λίγες οι φορές που τυχαίνει να εγκλωβιστεί μέσα σε μια
ιστορία κι οι συμβουλές από κάποιους πιο έμπειρους, ανοίγουν τον δρόμο πιο εύκολα για να μπορέσει ν’ αποφύγει τέτοιου είδους αδιέξοδα. Θα ήθελα να μάθω περισσότερα για τα διηγήματα και τις νουβέλες. Είναι ένα διαφορετικό είδος από το μυθιστόρημα και πρέπει ν’ ακολουθείς κάποιους συγκεκριμένους κανόνες σαν συγγραφέας.

17. Πώς λαμβάνεις την κριτική που γίνεται στα έργα σου;
Τη δέχομαι και τη χρειάζομαι. Μια κριτική με το μάτι του αναγνώστη, είναι καθοδηγητική και σε βοηθάει ν’
αποφύγεις τα λάθη σου ή να μην τα επαναλάβεις. Μια θετική κριτική, σου δίνει θάρρος και δύναμη να συνεχίσεις το έργο σου.

18. Τι πρέπει να περιμένουμε από εσένα στο μέλλον;
Τα επόμενα βιβλία μου, που περιμένουν τη σειρά τους για να τα γνωρίσει ο κόσμος. Το κάθε βιβλίο είναι
διαφορετικό και αγγίζει τις συναισθηματικές χορδές μας, έτσι ώστε ν’ αποφορτίζει θετικά απ’ τις δυσκολίες της
καθημερινότητας. Αυτό το διάστημα γράφω κάποια διηγήματα κι είναι ένα καινούργιο μονοπάτι για μένα, σ’ αυτά θέλησα να καταπιαστώ με θέματα επίκαιρα, που βασανίζουν την ψυχές μας αυτούς τους χαλεπούς καιρούς. Ελπίζω πως θα βρούνε κι αυτά τον δρόμο τους μια μέρα και θα φτάσουν στα χέρια του αναγνώστη, που έχει ανάγκη να μάθει πώς αντιμετωπίζει κι ο διπλανός του τις δύσκολες μέρες που περνάμε όλοι μας.

19. Πώς μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί σου; Πού θα βρούμε το βιβλίο σου;
Θα με βρείτε στη σελίδα μου στο facebook, με το όνομα Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη.
Καθώς επίσης και στο προσωπικό e-mail μου, rg.liamtoh|ituolpmikin#rg.liamtoh|ituolpmikin
To βιβλίο θα το βρείτε στον Ιανό και στην Πρωτοπορία στην Αθήνα, αλλά και σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας, κατόπιν παραγγελίας από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή.
Σας ευχαριστώ πολύ που μου δώσατε την ευκαιρία να πω δυο λόγια για το βιβλίο μου και να μιλήσουμε για κάποια πράγματα πάνω στο αντικείμενο της δουλειάς μου. Σας εύχομαι να είστε πάντα δημιουργικοί και να συνεχίζεται το αξιόλογο έργο σας, υποστηρίζοντας τη λογοτεχνία με σθένος και αγάπη.

Και εμείς θέλουμε να ευχαριστήσουμε τη συγγραφέα για τις ευχές της και να τις ευχηθούμε ό,τι καλύτερο για
τη συνέχεια.

Αναδημοσίευση από το Moonlight Tales

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 2 December 2016 | 11:17 am


Ύμνος Τροφωνίου

Ύμνος Τροφωνίου

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 1 December 2016 | 1:39 pm


500 λέξεις με τη Μάρτυ Λαμπρου

lamrou-marty.jpg

Η Μάρτυ Λάμπρου γεννήθηκε στη Λιβαδειά και κατοικεί στην Αθήνα. Εχει εκδώσει: «Το κόκκινο κουτί», νουβέλα, Λεωνίδας Χρηστάκης, 1997. «Κόπιτσες», διηγήματα, Οσελότος, 2010. «Με λυμένο χειρόφρενο», μυθιστόρημα 2014, βραβεία Ακαδημίας Αθηνών. «Ενοικιάζεται το παρόν», διηγήματα, Κέδρος, 2016.

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 1 December 2016 | 1:15 pm


Μητάς Γιώργος | Οι ιστορίες της Κυριακής


Η τελευταία ημέρα της εβδομάδας, η «ρουτίνα» της και Κυριακές που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.
Γράφει ο Γιώργος Μητάς*

Οταν ήμασταν παιδιά, ήταν η αργία της εβδομάδας - μην ξεχνάτε οι νεότεροι ότι πολλοί από μας πρόλαβαν για τα καλά το εξαήμερο σχολείο. Ηταν λοιπόν η μέρα του ύπνου, του πρωινού παιχνιδιού, της ξεγνοιασιάς. Ηταν επίσης η μέρα της οικογένειας: Θυμάμαι ολοζώντανα τον μπαμπά να διαβάζει δυνατά κάποιο επιλεγμένο άρθρο από το «Βήμα της Κυριακής», καθισμένος στην πολυθρόνα του σαλονιού, ενώ τριγύρω ακροβολιζόμασταν τα τρία παιδιά και η μαμά. θυμάμαι το κυριακάτικο τραπέζι -απαρέγκλιτη συνήθεια- και την κουβέντα, τα πειράγματα, τα γέλια, τις διαφωνίες, κάποιες φορές τους τσακωμούς που το συνόδευαν. Ήταν, ακόμα, η μέρα των εξορμήσεων: γενναίες πεζοπορίες στον Καρέα με άρωμα πεύκου και θυμαριού, αλλά και ηλιόλουστες αυτοκινητάδες με το παλιό Peugeot στη Βουλιαγμένη του 70, μπάλα στις πεζούλες της Βούλας, φρέσκο ψάρι στον «Αντωνόπουλο». Δυστυχώς, για τις κυρίες του σπιτιού ήταν και η μέρα του ποδοσφαίρου: τα βραδινά της χρωμάτιζε σχεδόν πάντα η φωνή του Γιάννη Διακογιάννη, η οποία ξόρκιζε την περιβόητη (και απολύτως πραγματική) μελαγχολία τους.

mitas-istories-kyriakis.jpg

Τα χρόνια της πρώτης (και της δεύτερης) νιότης, μέσα στην τύρβη και την έξαψη του βίου, η Κυριακή έχασε κάτι από τη λάμψη της, χωρίς βεβαίως να γίνει ποτέ μια «καθημερινή». Ξαναέγινε όμως σημαντική μετά την ηλικία των σαράντα, ανακτώντας σε μεγάλο βαθμό την παλιά της αίγλη.

Την ξεχωριστή αυτή σημασία της Κυριακής αποδίδει, νομίζω, μια ιστορία, την οποία σπεύδω να μοιραστώ: ο Μ. J. είναι ένας καλός συνάδελφος που ζει και εργάζεται στο Λος Αντζελες. Γύρω στα 45, εργένης, δεν είχε επισκεφτεί ποτέ την Ελλάδα μέχρι το 200…, οπότε κάποια επαγγελματική υποχρέωση τον έφερε για τρεις mέρες στη φθινοπωρινή Αθήνα. Μια αιφνιδιαστική απεργία τον καθήλωσε στην ελληνική επικράτεια ολόκληρο το Σαββατοκύριακο. Προσπαθώντας να βελτιώσω την κατάσταση και γνωρίζοντας από προσωπική εμπειρία τον τρόπο ζωής που επιβάλλει στους κατοίκους της η Πόλη των Αγγέλων, πρότεινα μια εκδρομή στην Υδρα - η πτήση επιστροφής του M.J. ήταν προγραμματισμένη για το βράδυ της Δευτέρας.

Μπροστά στη θέα της πετρόχτιστης πολιτείας, ο Αμερικανός φίλος μου έμεινε ενεός. Και ο θαυμασμός του γρήγορα έγινε κατάπληξη, όταν συνειδητοποίησε ότι γύρω του δεν υπήρχε κανένα αυτοκινούμενο όχημα. Εκμεταλλευόμενος τη σαστιμάρα του και καθώς το ξενοδοχείο μας ήταν αρκετά ψηλά, τον έπεισα ν' ανέβει σ' ένα μουλάρι. Λικνιζόμενος στη ράχη του υποζυγίου, ο καλεσμένος μου παρατηρούσε έκπληκτος καθ' όλη τη
διάρκεια της καβαλαρίας τις γάτες να τεντώνονται στον πρωινό ήλιο και τους ανθρώπους να πίνουν ράθυμα τον καφέ τους. Αργότερα, πεζοπορώντας έως τον Βλυχό, εμπνεόμενοι από την ομορφιά του τοπίου και τον πεντακάθαρο αέρα, συζητήσαμε για σινεμά και λογοτεχνία -κάτι που ο συνομιλητής μου, καταχαρούμενος, ομολόγησε ότι είχε χρόνια να κάνει-, ενώ αργά το απόγευμα περιπλανηθήκαμε στα λιθόστρωτα δρομάκια της Χώρας, πριν καταλήξουμε στην «Ξερή ελιά», όπου μείναμε μέχρι τις2 το πρωί πίνοντας κρασί και τσιμπολογώντας. «Από το 1825 - μα τότε δεν είχε ιδρυθεί καν το LA!» θαύμασε ο Μ.J. την ταμπέλα δίπλα στην πόρτα της ταβέρνας. «Αλλά και ο τρόπος ζωής δεν μοιάζει να έχει αλλάξει πολύ από τότε!»

Η Κυριακή λοιπόν είναι για μένα, τηρουμένων των αναλογιών, ό,τι για τον Αμερικανό φίλο η Υδρα εκείνης της εκδρομής, η ευκαιρία για ανάπαυλα, για αναστοχασμό, για μοίρασμα, για ψυχαγωγία, για αισθαντικότητα, για βραδύτητα, πραγματα σπουδαία -θα συμφωνήσετε- σε αυτούς τους τόσο βιαστικούς, σκληρούς καιρούς.

Ακόμα κι αν εκείνο το σφίξιμο στην καρδία που φέρνει μαζί του το κυριακάτικο σούρουπο, επιμένει!


Γιώργος Μητάς είναι συγγραφέας | Εικονογράφηση: Μενέλαος Κουρούδης (κ2design)

Αναδημοσίευση από το περιοδικό "Κ" της Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - Νο 702

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 28 November 2016 | 2:17 pm


Ο Όσιος Λουκάς στη σειρά "Φωτεινά Μονοπάτια" της ΕΡΤ

Όσιος Λουκάς, ένας φάρος της ορθοδοξίας

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 4 November 2016 | 11:02 am


Μπλούτη Καράτζαλη Νικολίτσα | Η ζωή σου ανταποδίδει όταν κάτι με πάθος το κυνηγάς

Αναδημοσίευση από το now24.gr
Από τη συγγραφέα Μαίρη Γκαζιάνη

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο, ένα χωριό της Λιβαδειάς, κοντά στη φύση, με τις μυρωδιές και τα χρώματά της. Έχει μια υπέροχη οικογένεια με τρία παιδιά. Οι γονείς της την έμαθαν από μικρή να μυρίζει και να ανταμώνει την ευτυχία στα πιο απλά και καθημερινά πράγματα της ζωής. Ένα απ΄ αυτά είναι για εκείνη τα βιβλία. Με το μυθιστόρημα «Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα», κάνει τα πρώτα της βήματα στα μονοπάτια της λογοτεχνίας (από το βιογραφικό της Νικολίτσας Μπλούτη-Καράτζαλη).

small.jpg
Η Μαίρη Γκαζιάνη με τη συγγραφέα Νικολίτσα Μπλούτη-Καράντζαλη NOMI CAFE στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς.

ΕΡ. Νίκη γεννήθηκες και μεγάλωσες στον Άγιο Γεώργιο Βοιωτίας όπου ζεις μέχρι σήμερα με την οικογένειά σου. Ποια λογοτεχνικά ερεθίσματα σου προσέφερε το χωριό σου, όταν ήσουν παιδί;
ΑΠ. «Τα ψηλά βουνά» του Zαχαρία Παπαντωνίου, είναι ένα έργο που έμεινε χαραγμένο στην αναγνωστική μνήμη χιλιάδων Ελλήνων. Εμείς θυμάμαι το διδαχθήκαμε στο Δημοτικό και από τότε θαρρώ πως άρχισε να με κερδίζει η λογοτεχνία. Το χωριό και ειδικά εκείνα τα χρόνια της δεκαετίας του ’70, σίγουρα δεν είχε να προσφέρει πολλά ερεθίσματα στα παιδιά, ώστε να έχουν μια επαφή με τη λογοτεχνία. Ωστόσο, η υπέροχη φύση με τα αρώματα και τα χρώματά της ήταν ιδανικός παράγοντας για να ερεθίσει τη φαντασία μου και να με οδηγήσει στα λογοτεχνικά μονοπάτια… Έχεις έρθει στο χωριό μου κι έχεις απολαύσει από κοντά τη μαγεία της φύσης, πιστεύω πως πλουτίζει τον ψυχικό μας κόσμο, δε συμφωνείς;

ΕΡ. Ποια ήταν τα πρώτα λογοτεχνικά σου αναγνώσματα;
ΑΠ. Υπήρξα τυχερή στις πρώτες μου επιλογές. Η τηλεοπτική σειρά που παιζόταν τότε στην τηλεόραση της ΕΡΤ, «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται, μ’ έφερε κοντά στα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη. Ακολούθησε «Ο καπετάν Μιχάλης», που είναι ένας ύμνος στην ανθρωπιά και στην ελευθερία. Όπως επίσης η «Αιολική γη» και η «Γαλήνη» του Ηλία Βενέζη, η υπέροχη «Αστροφεγγιά» του Παναγιωτόπουλου, μέσα από την τηλεόραση με μάγεψαν και με οδήγησαν στον δρόμο μεγάλων συγγραφέων που απόλαυσα στην εφηβεία μου. Εξαιρετικά μυθιστορήματα, τα οποία θίγουν θέματα διαχρονικά κι επώδυνα που ταλανίζουν τις ανθρώπινες ψυχές.

ΕΡ. Πότε αισθάνθηκες την ανάγκη ν΄ ασχοληθείς με τη συγγραφή;
ΑΠ. Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια της εφηβείας, έκανα την πρώτη μου απόπειρα. Πάντα μου άρεσε να γράφω. Άργησα όμως να αφιερωθώ στη συγγραφή με σκοπό την έκδοση. Όταν ωρίμασα αρκετά, κατάλαβα ότι είναι για μένα ένα όνειρο ζωής κι έτσι αποφάσισα να το πραγματοποιήσω…

ΕΡ. Το πρώτο βιβλίο σου έχει τον τίτλο «Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα». Πως το εμπνεύστηκες;
ΑΠ. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι για μένα ένα από τα στοιχεία που κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου. Ξεκίνησα να γράψω μια ιστορία για τη σχέση μάνας και κόρης, μια σχέση δυνατή που πιστεύω πως όσο και να δοκιμαστεί, στο τέλος θα έχει μια ευxάριστη έκβαση.

ΕΡ. Είχες εξ αρχής στο μυαλό σου την υπόθεση του βιβλίου ή σε καθοδήγησαν οι ήρωές σου;
ΑΠ. Οι χαρακτήρες που πλάθεις εξ αρχής για τον καθέναν χωριστά, δεν σου επιτρέπουν ν’ αποκλίνεις και πολύ στην πορεία της έκβασης μιας ιστορίας. Ωστόσο, κάποια μικρή ανατροπή μπορεί να υπάρξει και να σε οδηγήσει σ’ ένα τέλος απρόσμενο, διαφορετικό απ’ αυτό που είχες στο μυαλό σου να δώσεις.

ΕΡ. Ποιο μήνυμα ήθελες να περάσεις στους αναγνώστες σου;
ΑΠ. «Οι παιδικές ψυχές λένε πως ζυγίζουν ακριβά τις πράξεις των μεγάλων», αναφέρει ο Γρηγόρης σε κάποιο σημείο του βιβλίου και πιστεύω πως αυτό είναι ένα από τα μηνύματα που πρέπει όλοι μας να μετράμε όσο αφορά τις σχέσεις των ζευγαριών. Οι άνθρωποι που αποφασίζουν να χωρίσουν, πρέπει να θυμούνται πάντα πως είναι ακόμα γονείς.
Το δεύτερο μήνυμα αφορά το αλκοόλ και τις συνέπειές του. Δυστυχώς οι άνθρωποι αυτοί που υποφέρουν, δεν κάνουν κακό μόνο στον εαυτό τους, αλλά και στην οικογένειά τους. Κι είναι φοβερά οδυνηρό για ένα παιδί να βλέπει σπάνια τον γονιό του νηφάλιο. Η εικόνα πιστεύω αυτή, θα το ακολουθεί όλη του τη ζωή. Είναι εικόνες που δυστυχώς δεν σβήνουν ποτέ από την μνήμη μας όταν τις βιώνουμε στην πιο τρυφερή μας ηλικία…
Κι ένα άλλο μήνυμα είναι, για τους «συμβιβασμούς» που αναγκαζόμαστε να κάνουμε όλοι μας κάποιες στιγμές στη ζωή μας. Για τον Γρηγόρη ας πούμε, «συμβιβασμός» θα πει δυστυχία, ανικανοποίητες επιθυμίες, πνιγμένα «θέλω». Τελικά, το αν πρέπει ή όχι να συμβιβαζόμαστε είναι στην κρίση του καθένα και στα όσα έχει βιώσει στη ζωή του. Η γιαγιά της ηρωίδας Όλγας, υποστηρίζει πως «τις πράξεις των ανθρώπων πρέπει να τις κρίνουμε ανάλογα με όσα έχουν στερηθεί…» Είναι κι αυτή μια άλλη σεβαστή άποψη για μένα.

ΕΡ. Η αποστασιοποίηση των 20 ετών είναι δυνατόν να καλυφθεί τόσο απλά κι εύκολα στη πραγματική ζωή, όπως συμβαίνει στο βιβλίο;
ΑΠ. Πιστεύω ότι μπορεί, σε τόσο δυνατές σχέσεις δηλαδή, όπως είναι αυτή, μάνας – κόρης. Η αγάπη στο τέλος νικάει οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Άλλωστε «η μάνα είναι το καταφύγιο για όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μας. Ο άνθρωπος που θα πονέσει και θα κλάψει μαζί μας…», λέει η Όλγα όταν συνειδητοποιεί πια πόσο πολύτιμο χρόνο έχασε μακριά της.

ΕΡ. Η ηρωίδα σου Όλγα παίρνει αποφάσεις ζωής μόνο κατόπιν προτροπής από τρίτους. Πόσο κακό δημιουργεί η εγκατάλειψη, ώστε ο φόβος της ν΄ ακολουθεί τα παιδιά και στην ενήλικη ζωή τους;
ΑΠ. Θεωρώ ότι αυτό το κομμάτι αφορά και τον χαρακτήρα που έχει διαμορφώσει το κάθε παιδί μέσα στην οικογένεια… Γι’ αυτό βλέπουμε και τον αδερφό της Όλγας πως αποδέχτηκε εξ αρχής την πράξη της μάνας του χωρίς να κουβαλάει καμιά απόρριψη στη μετέπειτα ζωή του. Και τον Λευτέρη ίσως ο φόβος της μοναξιάς τον οδήγησε σ’ αυτή του την απόφαση.

ΕΡ. Η Ελένη κυριαρχείται από το συναίσθημα, αντίθετα, η Όλγα κυριαρχείται από τη λογική. Υπάρχουν κοινά σημεία μεταξύ τους;
ΑΠ. «Άλλοι στη ζωή ακολουθούν χωρίς ενδοιασμό τα «θέλω» τους κι άλλοι υποτάσσονται στα «πρέπει», μένοντας με πείσμα μακριά απ’ το όνειρό τους». Η λογική και το συναίσθημα… Ναι κάποτε …συναντιούνται.

ΕΡ. Η μητέρα της Όλγας, Ελένη, προχώρησε στη «ζωή» επιλέγοντας να καλύψει αργότερα «τα κενά». Η Όλγα πρώτα θέλει να τακτοποιηθούν οι εκκρεμότητες και στη συνέχεια να προχωρήσει στη «ζωή». Υπάρχει σωστή και λάθος πλευρά;
ΑΠ. Όχι, δεν μπορώ να βάλω κανόνες σ’ αυτό. Το σωστό και το λάθος το μετράει ο καθένας μας διαφορετικά. Αυτές είναι καθαρές επιλογές που προσδιορίζουν τον χαρακτήρα του καθένα.

ΕΡ. Η Ασημίνα είναι η πιο ισορροπημένη προσωπικότητα. Που πιστεύεις ότι οφείλεται;
ΑΠ. Η Ασημίνα είναι μια γυναίκα δυναμική και δοτική επίσης. Το ότι είναι ισορροπημένη οφείλεται στις αξίες και στις ηθικές αρχές που στηρίζει τη ζωή της.

ΕΡ. Ο μικρός Μιχάλης άγεται και φέρεται ανάλογα με τις ανάγκες και τις διαθέσεις των μεγάλων. Ωστόσο, δεν αναφέρονται επιπτώσεις στη ψυχολογία του. Είναι δυνατόν να μην υπάρχουν;
ΑΠ. Όχι δεν είναι. Υπάρχουν βέβαια, αλλά δεν οδηγούν σε προβληματική συμπεριφορά ώστε ν’ αξίζει ν’ αναφερθούν. Ο μικρός Μιχάλης έχει όλους τους αγαπημένους του κοντά του, ακόμα και μετά τον χωρισμό των γονιών του, σε σχέση με το παιδί της Όλγας, το οποίο είχε δίπλα του μονάχα εκείνη.

ΕΡ. Είναι σωστή η απόφαση του Λευτέρη όσον αφορά την απόφαση για την εξέλιξη της ζωής του;
ΑΠ. Είναι επιλογή του. Σωστή ή λάθος, δεν είμαστε σε θέση να την κρίνουμε. Αποφάσισε πως ήρθε η ώρα να κάνει οικογένεια και να φυλάξει την εμπειρία του στην Ιταλία, σαν μια ωραία ανάμνηση στο σεντούκι της καρδιάς του… Είχε το δικαίωμα να ζήσει μια διαφορετική εμπειρία, όπως επίσης και να την διαγράψει μετά από τα πραγματικά «θέλω» του, εφόσον δεν τον ικανοποιούσε απόλυτα.

ΕΡ. Πολλά είναι τα δεινά που συμβαίνουν στις δυο οικογένειες. Απόπειρα αυτοκτονίας, απόπειρα δολοφονίας, ατύχημα, σωματική και λεκτική βία, εξαρτήσεις, ουσίες, χωρισμοί, αμφιφυλοφιλία, ρατσισμός. Γιατί επέλεξες να προσθέσεις τόσα δεινά στο βιβλίο σου;
ΑΠ. Αυτή είναι η ζωή… Σε πολλούς ανθρώπους δείχνει το σκληρό της πρόσωπο κι όλοι λίγο πολύ δοκιμάζονται γύρω μας απ’ τα δεινά που ανέφερες. Τώρα το γιατί επέλεξα όλα αυτά να τα περάσουν δυο οικογένειες πρόκειται καθαρά για να κεντρίσω το ενδιαφέρον του αναγνώστη και την αγωνία του…

ΕΡ. Και γιατί επέλεξες να τα «τακτοποιήσεις» όλα με θετική εξέλιξη;
ΑΠ. Επειδή ίσως ανήκω στους ανθρώπους που πιστεύουν πως η ζωή όσα σου οφείλει θα στα δώσει κάποια στιγμή, αρκεί να το παλέψεις.
«Η ζωή σου ανταποδίδει όταν κάτι με πάθος το κυνηγάς. Δεν είναι μίζερη. Εμείς ζητάμε λάθος πράγματα…», υποστηρίζει ο Γρηγόρης και μ’ εκφράζει κι εμένα απόλυτα. Ο συγγραφέας άλλωστε μέσα από τα βιβλία του, έχει το δικαίωμα να ονειρεύεται έναν καλύτερο κόσμο, να ελπίζει και να πιστεύει στη ζωή…

ΕΡ. Ετοιμάζεις κάποιο νέο βιβλίο κι αν ναι σε τι θα αναφέρεται;
ΑΠ. Ναι, βρίσκομαι στα πρόθυρα της έκδοσης ενός καινούργιου βιβλίου. Αναφέρεται στα παιδικά μου χρόνια στο χωριό. Είναι μια τρυφερή ιστορία δυο μικρών ορφανών που μεγαλώνουν με τη γιαγιά τους στο χωριό τη δεκαετία του ‘70. Τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μου ξαναζωντανεύουν μέσα στις σελίδες του κι όλες οι περιγραφές γίνονται μέσα απ’ την παρθενική ματιά του μικρού ήρωα, ο οποίος μας αφηγείται ένα κομμάτι απ’ την ιστορία της ζωής του, το πιο σημαντικό για κείνον…

ΕΡ. Τι θα ήθελες να πεις ως επίλογο της κουβέντας μας;
ΑΠ. Θέλω να σ’ ευχαριστήσω πρώτα θερμά που διάβασες το βιβλίο μου και μου έδωσες την ευκαιρία να μιλήσω για κάποια πράγματα πάνω σ’ αυτό. Να ευχηθώ σε όλο τον κόσμο καλή χρονιά και κουράγιο για το 2016, γιατί όλοι μας το έχουμε ανάγκη. Και να τελειώσω με μια φράση του αγαπημένου μου Καζαντζάκη… «Μια αστραπή είναι η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε!»

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 7 October 2016 | 1:30 pm


Μπλούτη Καράτζαλη Νίκη

Η Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Άγιο Γεώργιο Λιβαδειάς.

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 7 October 2016 | 1:14 pm


Μπλούτη Καράτζαλη Νίκη | "Ούτε θα γίνουμε ποτέ;" (διήγημα)

Oύτε θα γίνουμε ποτέ; : διήγημα / Νίκη Μπλούτη Καράτζαλη

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 7 October 2016 | 1:04 pm


Παπαθεοδώρου Γιάννης

Ο Γιάννης Παπαθεοδώρου γεννήθηκε στη Λειβαδιά Βοιωτίας.

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 7 October 2016 | 10:06 am


Δημάκης Παν. Γεωρ. | Ο ΑΓΙΟΣ ΤΟΥ ΡΩΜΑΙΪΚΟΥ

Γράφει ο Παν. Γεωρ. Δημάκης, Ιστορικός Σύμβουλος Δήμου Λοκρών

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 27 September 2016 | 10:30 am


Λιβαδειά: Στης Κρύας τα νερά

Αναδημοσίευση από το ΕΘΝΟΣ, 24/3/2009

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 24 June 2016 | 4:02 pm


Πρωιμάκης Ιωσήφ | Λουκάς Κατσίκας: Διευθυντής Ετών 42 (συνέντευξη)

Ο νέος ισχυρός άνδρας των Νυχτών Πρεμιέρας στην πρώτη του τετ-α-τετ συνέντευξη, μιλά στον Ιωσήφ Πρωϊμάκη για την επόμενη μέρα της μεγαλύτερης κινηματογραφικής διοργάνωσης της πόλης, αλλά και για το Athens Open Air Film Festival.
Αναδημοσίευση από την POPAGANDA, 21.06.2016

katsikas-loukas.jpg

"Ήμουν καταδικασμένος από παιδί», μού λέει. «Η μητέρα μου ήταν φανατική θαυμάστρια των ταινιών τρόμου, κι όταν λέμε ταινίες τρόμου, δεν εννοούμε αυτό που βλέπουμε σήμερα, αλλά για βαρβάτα πράγματα: η μάνα μου έβλεπε Dario Argento, έβλεπε Lucio Fulci, με έτρεχε να βλέπουμε τα Παρασκευή και 13 και τις Νύχτες με τις Μάσκες, και ήμουν πολύ μικρός σε ηλικία, οπότε κατά κάποιο τρόπο μπήκε μου μέσα ένας διάολος, που δεν έφυγε ποτέ». Ο Λουκάς Κατσίκας, θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ένα από τα παραδείγματα του πόσο επικίνδυνη μπορεί να αποβεί για κάποιους ανθρώπους η ελληνική επαρχία.

«Απ’ την άλλη, είχα τον πατέρα μου», συνεχίζει, «που ήταν πάντα δεκτικός να με πάρει απ’ το χέρι να πάμε να δούμε μια ταινία, ή έκανε τα στραβά μάτια όταν μπορεί να είχα σχολείο το πρωί, αλλά καθόμουν και ξενυχτούσα μπροστά στην τηλεόραση με την Κινηματογραφική Βραδιά του Μπακογιανόπουλου, επειδή είχε την τάδε ταινία». Θα μου πεις, πόσο επαρχία μπορεί να θεωρηθεί η Λιβαδειά των 30.000 κατοίκων, όμως να, ακόμη κι εκεί, πολλά πράγματα που στην Αθήνα απέχουν δυο τρεις-στάσεις του μετρό, στις Λιβαδειές αυτής της χώρας δεν είναι καθόλου δεδομένα.

«Είχα τη χαρά να πάρω στα χέρια μου το τεύχος μηδέν του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ», θυμάται, «του οποίου μου είχαν δώσει το πιλοτικό τεύχος στον κινηματογράφο Ιντεάλ: Είχα κατέβει απ’ την επαρχία να δω πρώτη προβολή την Άβυσσο, του James Cameron, κι εκεί, στο διάλειμμα, ήταν ένας τύπος που το μοίραζε. Το είχα πάρει, και μάλιστα την επόμενη μέρα πήγα και στην αβάν πρεμιέρ του, το Σεξ Ψέματα και Βιντεοταινίες. Εντάξει, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι θα συγκλονιστεί το σύμπαν (μου), κι ούτε φανταζόμουν ότι το 2016 θα φτάσω εγώ να είμαι ο διευθυντής αυτού του περιοδικού που τότε διάβαζα με ευλάβεια, και του οποίου τους ανθρώπους θαύμαζα εξ αποστάσεως». Η απόσταση του «εξ αποστάσεως» που αναφέρει, είναι κι η απόσταση που μπορεί να βάλει η ελληνική επαρχία ανάμεσα σ’ έναν άνθρωπο και τη φαντασία του.

Τότε, ο Λουκάς Κατσίκας ήταν πιτσιρικάκι στα σχολεία της Λιβαδειάς, και το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ, οι Νύχτες Πρεμιέρας και όλα όσα έμελλε να γεννηθούν μαζί τους, ήταν ακόμη άγραφες σελίδες στα βιβλία της ζωής του Γιώργου Τζιώτζιου, του Μπάμπη Ακτσόγλου, του Γιάννη Δεληολάνη και των λοιπών οραματιστών της παρέας που θα άλλαζε τον τρόπο που οι Έλληνες έβλεπαν και σκέφτονταν το σινεμά. Δυο δεκαετίες μετά, με μερικούς τόνους μελανιού πίσω του, μερικούς τόνους εμπειρίας στην πλάτη του, και μερικούς τόνους γκρίζου στα μαλλιά, ο Λουκάς Κατσίκας ανακηρύσσεται νέος καλλιτεχνικός διευθυντής των Νυχτών Πρεμιέρας και του Athens Open Air Film Festival, και νέος διευθυντής του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ. Κάτι που, για αρκετούς από εμάς, φάνηκε ως μια φυσική εξέλιξη μιας στιβαρής και σταθερής πορείας, μια φυσιολογική αλληλουχία δεδομένων. Πόσο δεδομένα είναι αυτά τα πράγματα στις Λιβαδειές αυτής της χώρας;

«Θα σου πω κάτι που κανονικά δεν θα έπρεπε, αλλά όταν ανακοινώθηκε το όνομά μου, και για τις πρώτες 2-3 μέρες όπου δεχόμουν βροχή από συγχαρητήρια μηνύματα και τηλεφωνήματα και λοιπά, και μάλιστα από ανθρώπους που δεν φανταζόμουν ότι θα ξανάκουγα, έπαθα μια μίνι κρίση πανικού», παραδέχεται ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του σημαντικότερου κινηματογραφικού θεσμού της Αθήνας, και βλέπεις ότι σαν ακόμα να προσπαθεί να αδράξει όλα τα πράγματα που συνεπάγεται αυτή η εξέλιξη. «Γενικά είμαι άνθρωπος διακριτικός», συνεχίζει, «κι αυτή η μετάθεση, εντελώς απότομα να τυγχάνω προσοχής της οποίας ουδέποτε έτυχα και την οποία ουδέποτε επεδίωξα, μου δημιουργεί τρομερή αμηχανία. Ξέρεις, έχω αυτήν την τάση, όταν άνθρωποι είναι ευγενικοί μαζί μου, να νιώθω την ανάγκη να τους το ανταποδώσω εις διπλούν – ίσως είναι απ’ αυτά τα κατάλοιπα που κουβαλάμε απ’ την οικογένεια που μάς μεγάλωσε. Οπότε νιώθω και μια τρομερή αίσθηση ευθύνης, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάτι περιμένουν από ‘μένα τώρα, και οφείλω να τους το δώσω. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε, κι είναι κι η πρώτη τετ-α-τετ συνέντευξη που δίνω, είμαι λίγο φρικαρισμένος, αισθάνομαι ότι είμαι σ’ ένα παράλληλο σύμπαν το οποίο παρακολουθούσα εξ αποστάσεως, και ξαφνικά ξύπνησα στο κέντρο του».

Δεν είναι όμως και καινούριος σ’ αυτό το σύμπαν: ο Λουκάς Κατσίκας ανδρώθηκε ως κριτικός και κινηματογραφικός συντάκτης ακριβώς μεσ’ στην καρδιά της παρέας που έστησε και θέριεψε τη σημαντικότερη κινηματογραφική οντότητα της πόλης. «Το καλό της υπόθεσης, αν μπορώ να το πω έτσι, είναι ότι δεν είχα την τελική ευθύνη», λέει συγκρατημένα. «Εγώ είχα πάντα έναν συμβουλευτικό ρόλο και αυτό ήταν όλο. Έβλεπα πολλές ταινίες, πρότεινα, επέμενα για την τελική επιλογή κάποιων απ’ αυτές, διαφωνούσα και μάλωνα για κάποιες άλλες, δρομολογούσα κάποια αφιερώματα, δεν είχα όμως ποτέ τον τελικό λόγο, και τώρα που τον έχω είναι αρκετά μεγάλη ευθύνη. Αφ’ ενός κουβαλάω στις πλάτες μου τη γνώμη και τις επιθυμίες όλων των συνεργατών μου, αφ’ ετέρου έχω στο νου μου κι αυτό που θέλει ο κόσμος απ’ το φεστιβάλ, και σε όλα αυτά πρέπει να δώσω σάρκα και οστά».

«Περιοδικό και φεστιβάλ τα αισθάνομαι σαν ένα σπίτι» συνεχίζει. «Είναι ένα σπίτι που θεμελίωσε ο Γιώργος Τζιώτζιος το 1989 με το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ κι ύστερα με τις Νύχτες Πρεμιέρας το 1995, και ξέρεις, μέσα στο πέρασμα των δεκαετιών, το σπίτι χρειάζεται κάποιες μικροεπισκευές, ενίοτε χρειάζεται να αλλάζει διακόσμηση, κάποιες άλλες φορές να μετακινούμε λίγο τα έπιπλα, άλλες να καλωσορίζουμε καινούριους ενοίκους… Aισθάνομαι τον Γιώργο, που είναι και ο ιδιοκτήτης αυτού του σπιτιού, ο άνθρωπος που το έχτισε, ο θεμελιωτής, τον νιώθω πανταχού παρών, σαν απλώς να λείπει σε ταξίδι για δουλειές, όπως έλεγε ο Κουστουρίτσα: ο μπαμπάς λείπει ταξίδι για δουλειές. Οπότε τώρα πέφτει σ’ έμενα να κρατήσω το σπίτι, να το αερίσω, να συμβάλω στη συντήρησή του, κι όσο μπορούμε να το ανανεώσουμε, να το βάψουμε, τέτοια πράγματα. Να το αερίσουμε βασικά».

Κι εδώ ερχόμαστε υποθέτω σ’ αυτό που αναρωτιούνται οι περισσότεροι απ’ τους φανατικούς των Νυχτών Πρεμιέρας, αυτά τα μιλιούνια μανιακών που σχηματίζουν ουρές έξω απ’ τις αίθουσες του φεστιβάλ κάθε Σεπτέμβρη: ποιος είναι αυτός ο αέρας που θα φέρει ο Λουκάς Κατσίκας στο φεστιβάλ; «Αυτό που μπορώ να σου πω είναι ότι, αντίθετα με τους προκατόχους μου, οι οποίοι είχαν μια πιο μαξιμαλιστική αντίληψη περί του φεστιβάλ, εγώ είμαι μινιμαλιστής» λέει με σιγουριά. «Θέλω να μειώσω ποσοτικά το φεστιβάλ, ούτως ώστε να το αυξήσω ποιοτικά. Θέλω να δημιουργήσω τις συνθήκες ώστε το κοινό μας να δυσφορεί απ’ το ότι δεν θα ξέρει τι να πρωτοδιαλέξει. Προσπαθούμε πάρα πολύ φέτος στις επιλογές μας να ανεβάσουμε τον ποιοτικό πήχη, έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να κατέβει ο ποσοτικός. Ξέρω ότι είχαμε συνηθίσει αλλιώς, λόγου χάρη πέρσι το φεστιβάλ εξερράγη αριθμητικά, κι έφτασε σε ύψη τα οποία θα προτιμήσω να μην επαναλάβω φέτος».

Βέβαια, ένα απ’ τα πράγματα που οδήγησαν σ’ αυτήν την ποσοτική έκρηξη, ήταν η εμφανής προσπάθεια των Νυχτών αν όχι να ανταγωνιστούν ευθέως το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, σίγουρα να σταθούν απέναντι και να μετρηθούν μαζί του. Η αρχή είχε γίνει με το σκληρό κορτάρισμα στις ελληνικές ταινίες, επ’ αφορμής του μποϋκοτάζ των Ελλήνων στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 2009-2010, έχει όμως τρομερό ενδιαφέρον το πώς θα εξελιχθεί αυτή η δυναμική τώρα, που ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής των Νυχτών Πρεμιέρας, είναι ο νυν του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

«Κατ’ αρχάς δεν θεωρώ ότι υπάρχει κανενός είδους ανταγωνισμός μεταξύ των δυο φεστιβάλ» σημειώνει ο Κατσίκας. «Ένας βασικός λόγος, πέρα απ’ οτιδήποτε τυπικό, είναι ότι άνθρωποι που δουλεύουν στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έχουν προηγουμένως δουλέψει στης Αθήνας, και το ανάποδο. Υπάρχει λοιπόν μια αλληλοκατανόηση, ένα δίκτυο φίλων και αγαπητών γνωρίμων από τα παλιά οι οποίοι απλώς τυχαίνει να δουλεύουν πλέον σε διαφορετικά φεστιβάλ, κι επιπλέον υπάρχει μια ευγενής άμιλλα ελπίζω, και μια αίσθηση ότι δυο είναι τα μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ στην Ελλάδα, καλό είναι να συνεργάζονται. Το ζητούμενο είναι να έρθουν οι καλύτερες ταινίες απ’ το εξωτερικό στην Ελλάδα και παράλληλα να συστήσουμε την καλύτερη δυνατή σοδειά της ελληνικής παραγωγής, χωρίς όμως να βρισκόμαστε στα τηλέφωνα να ανταγωνιζόμαστε και να ερχόμαστε σε δύσκολη θέση».

Δεν ξέρω αν το Φεστιβάλ Βενετίας και το Φεστιβάλ Ρώμης για παράδειγμα, είχαν ποτέ αντίστοιχη θεώρηση των πραγμάτων, και μπορεί να είναι αισιόδοξος ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής των Νυχτών Πρεμιέρας, όμως δεν είναι και αφελής: «απ’ την άλλη, υπάρχει ένα φίλαθλο πνεύμα στα φεστιβάλ, κι όταν πωρώνεσαι για μια ταινία, που μάλιστα θεωρείς ότι έχει το στίγμα του δικού σου φεστιβάλ περισσότερο, ε τότε διεκδικείς. Κι εγώ αυτές τις ταινίες θα τις διεκδικήσω. Θα τις διεκδικήσω όμως ως φίλος, που είναι το πρώτο συνθετικό του φίλαθλου, και δεν σκοπεύω να μπω σε καμία λογική ανταγωνισμού, γιατί δεν πιστεύω ότι υπάρχει: εκτιμώ τρομερά το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, φαντάζομαι ότι υπάρχει αντίστοιχη εκτίμηση και από την άλλη πλευρά, και σε κάθε περίπτωση υπάρχει χώρος και για τους δυο μας».

Ένα απ’ τα πράγματα για τα οποία νιώθει περήφανος ο Κατσίκας, σ’ αυτόν τον μικρό χρόνο που βρίσκεται στη νέα του θέση, είναι η ανασύσταση μέρους της παλιάς ομάδας του φεστιβάλ. «Έχω μια πάρα πολύ σπουδαία ομάδα» σημειώνει, «κι ειδικά φέτος, που η ομάδα απαρτίζεται από ανθρώπους που ήταν παλιοί συνεργάτες τους οποίους έχω καταφέρει να επιστρέψουν, νιώθω απίστευτη χαρά. Αυτό είναι το σημαντικό του πράγματος: τα φεστιβάλ πάντα ήταν μια παρεΐστικη υπόθεση, υπόθεση μιας ομάδας ανθρώπων, οι οποίοι έρχονται να δουλέψουν υπό αρκετά δύσκολες συνθήκες, στην καλύτερη περίοδο του χρόνου, που κανονικά θα έπρεπε να ξεκουράζονται σε μια παραλία ή να αράζουν κάτω από μια κληματαριά. Τρώνε λοιπόν το καλοκαίρι τους, πληρώνονται πολύ λιγότερο απ’ όσο θα έπρεπε, και κάνουν πάρα πολλά πράγματα σε πολύ στενά χρονικά πλαίσια. Είναι όμως μια υπόθεση πάθους. Τους βλέπεις ότι έρχονται κάθε πρωί στο γραφείο και παίρνουν φωτιά: με τις ταινίες που είδαν και θέλουν να συζητήσουν, με τις ταινίες που μένει να ανακαλύψουν, με τις εκκρεμότητες που πρέπει να τακτοποιηθούν, με τις προτάσεις που πέφτουν στο τραπέζι και πρέπει να τις επεξεργαστούμε, όλο αυτό έχει φτιάξει μια ομάδα ατόμων που τους βλέπεις, καίγονται. Και εντάξει, το να καίγεσαι καλοκαιριάτικα δεν είναι το καλύτερο πράγμα, αλλά οι άνθρωποι που μέσα τους καίγονται, μάς αρέσουν».

Η σπουδαία ομάδα είναι βέβαια σπουδαία υπόθεση, όμως ας μην γελιόμαστε: σχεδόν μια δεκαετία τώρα ήταν στο τιμόνι των Νυχτών Πρεμιέρας ο προηγούμενός τους καλλιτεχνικός διευθυντής, κι αν με κάτι ταύτισε το όνομά του το φεστιβάλ, αυτό ήταν ο Ορέστης Ανδρεαδάκης. Αυτό δεν είναι ένα εύκολο κοστούμι να γεμίσεις… «Κοίτα, πέρα από την άριστη πορεία του στο φεστιβάλ, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης έχει το προτέρημα να είναι ένας άνθρωπος με εξαιρετική ευχέρεια διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του. Είναι ένας άνθρωπος που, από όλους τους προηγούμενους δ/ντες του φεστιβάλ, είχε μια πολύ πιο αβανταδόρικη εικόνα, γιατί είναι ένας άνθρωπος που του αρέσει να βρίσκεται παντού, να μιλάει, να ακούει, να ρουφάει απόψεις: ξέρει να δανείζεται γνώμες και να τις αξιοποιεί, είναι ανήσυχος, και επίσης είναι ένας οραματιστής. Πέρα από τις όποιες θεμιτές διαφωνίες που μπορεί να είχαμε κατά καιρούς, του αναγνωρίζω ότι είχε ένα όραμα και μια τρέλα να το κυνηγήσει, και να το κάνει κάτι περισσότερο απ’ αυτό που αρχικά μας περιέγραφε. Υπάρχουν όμως δύο διαφορετικές πτυχές του τι σημαίνει καλλιτεχνικός διευθυντής των Νυχτών».

Πριν τον Ορέστη Ανδρεαδάκη φυσικά, καλλιτεχνικός διευθυντής ήταν ο νυν επικεφαλής κριτικός του Αθηνοράματος, Χρήστος Μήτσης, «ένας πολύ πιο διακριτικός άνθρωπος, που του άρεσε να κρατιέται πίσω απ’ το προσκήνιο και να παρατηρεί ψύχραιμα τα πράγματα», όπως σημειώνει ο Λουκάς Κατσίκας. Κι ακόμη πιο πριν, ο ιδρυτής του φεστιβάλ, Γιώργος Τζιώτζιος, «που ήταν βεβαίως εκ φύσεως ο υπ’ αριθμόν ένα οραματιστής που είχαμε ποτέ, και ένας τρομερά ρομαντικός άνθρωπος, ο οποίος σε έβαζε ηδονικό συνένοχο και συμπρωταγωνιστή στα όνειρά του, την ίδια ώρα που σε ενέπνεε, σε προστάτευε και σου δίδασκε ό,τι κάνεις να το κάνεις πρώτα απ’ όλα με αγάπη», συμπληρώνει ο νέος διάδοχός του. «Εγώ ανήκω στην πρώτη χρονολογικά πτυχή: ήμουν ένας πάντα διακριτικός και αρκετά σεμνός, μη σου πω και ντροπαλός άνθρωπος. Για πολλά χρόνια επέμενα οι άνθρωποι που υποθέτω ότι με διάβαζαν ως κριτικό, να μην με γνωρίζουν και φυσιογνωμικά. Δεν με πείραζε, κι αυτό γιατί έτσι λειτουργούσα κι ως αναγνώστης: ήθελα να χτίζω στο μυαλό μου μόνος μου την εικόνα του ανθρώπου τον οποίο διάβαζα, και γι’ αυτό άλλωστε πάντα απείχα κι από τα είδωλά μου».

Κοιτάζω την ηχογράφηση στο κινητό, έχει περάσει κοντά μια ώρα, και μια φορά τις λέξεις «καλλιτεχνικός διευθυντής» δεν τις έχει προφέρει για τον εαυτό του. Γελάει. «Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τους τίτλους», παραδέχεται, και «ακόμη κι όταν απέκτησα τον τίτλο του κριτικού κινηματογράφου, ποτέ δεν μπόρεσα να τον διαχειριστώ – ακόμη και τώρα, όταν με ρωτάει κάποιος “τι είσαι;” κομπιάζω, “γράψε δημοσιογράφος” λέω. Ε το ίδιο συμβαίνει τώρα και μ’ αυτό. Τις φορές που έχει χρειαστεί να υπογράψω ένα έγγραφο, ή βλέπω κάπου το όνομά μου με την ιδιότητα του διευθυντή, βρίσκομαι προ εκπλήξεως. Το βλέπω και νιώθω σα να έχει γίνει τυπογραφικό λάθος!».

Άρα είναι μάλλον ασφαλές να υποθέσει κανείς πως το να γεμίσει το πρόγραμμα των Νυχτών θα είναι το μικρότερο απ’ τα προβλήματά του, ή τουλάχιστον μικρότερο σίγουρα από εκείνη τη στιγμή που θα χρειαστεί να βρεθεί απέναντι απ’ τους προβολείς και τη γεμάτη αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής, και να καλωσορίσει μερικές εκατοντάδες κόσμου στο 22ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας. «Δεν έχω τεστάρει τον εαυτό μου ως “δημόσιο πρόσωπο”», λέει, κι απλώνει εισαγωγικά με τα δάχτυλά του στον αέρα, «Αυτό υποθέτω είναι κάτι που ίσως θα πρέπει να δουλέψω, γιατί οι Νύχτες Πρεμιέρας δεν είναι μόνο το πίσω, είναι και το μπροστά. Είναι μια λαμπερή και φωτεινή βιτρίνα που πρέπει να φροντίζεται με τον ίδιο τρόπο που φροντίζουμε κι όλα αυτά που βρίσκονται πίσω της. Δεν έχω πάντως κανέναν φόβο, κι αυτό ακριβώς επειδή -το τελευταίο διάστημα κυρίως- έχω προσπαθήσει πολύ να δημιουργήσω μια συνθήκη παρέας πάλι στο φεστιβάλ. Μια ομάδα που να είμαστε μαζί και στις Νύχτες, αλλά και στο Open Air. Μάλιστα, θέλω φέτος στο Open Air, σε κάθε μια απ’ τις προβολές, να ανεβαίνω στη σκηνή και να παρουσιάζω έναν προς έναν τους συνεργάτες μου. Οι οποίοι, αν θέλουν και δεν έχουν επίσης stage fright (όπως έχω κι εγώ, κι ας το κρύβω επιμελώς), να λένε και δυο λόγια για την ταινία. Παράλληλα με τη συνδρομή άλλων ανθρώπων που θα έχω, αγαπημένων φίλων και έγκριτων Ελλήνων κριτικών, που θα προσκαλέσω να έρθουν να παρουσιάσουν μια απ’ τις ταινίες που αγαπούν».

Εκτός από το άνοιγμα στους κριτικούς πάντως, το Athens Open Air Film Festival θα κάνει φέτος και άνοιγμα στο κοινό: όπως θα ανακοινωθεί σύντομα, μέσα από συνεργασία του φεστιβάλ με το περιοδικό Αθηνόραμα, το κοινό θα μπορέσει να επιλέξει από ένα shortlist ελληνικών ταινιών που διατρέχουν την τελευταία 40ετία, και ο τίτλος που θα μαζέψει τις περισσότερες ψήφους, θα προβληθεί ως ταινία λήξης του φετινού AOAFF. Ένα απ’ τα ζητούμενα του Open Air, είναι άλλωστε και «η αίσθηση συμμετοχής σε όλην αυτήν την εμπειρία, που είναι λίγο σαν να επισκέπτεσαι τα παιδικά σου χρόνια», σημειώνει κι ο Κατσίκας. Σαν να έρχονται τα παιδικά σου χρόνια και να σε επισκέπτονται αυτά στη γειτονιά σου, θα έλεγα εγώ, και τον ρωτάω αν θυμάται κάποιες στιγμές όπου να ένιωσε ακριβώς όλα αυτά που συμβολίζει το Open Air, να αποκρυσταλλώνονται μπροστά του. «Το νιώθω σε κάθε προβολή», μού λέει, «υπάρχει μια τρομερή αγάπη του κόσμου για την όλη εκδήλωση, και με συγκινεί τρομερά να βλέπω παρέες που έρχονται με τα στασίδια τους ή κάθονται στο πάτωμα, για να συμμετάσχουν σε μια προβολή», και τον σπρώχνω να προχωρήσουμε πιο πέρα απ’ το κλισέ.

«Εντάξει, οι προβολές με τις οποίες τρίβω τα χέρια μου με τρομερή ευχαρίστηση είναι των ταινιών που θέλω κι εγώ πάρα πολύ να (ξανα)δώ», παραδέχεται, «όπως θα είναι η προβολή του The Innocents για παράδειγμα φέτος, ή το The Thing του John Carpenter, γιατί όπως διαπιστώνεις ακόμα κουβαλάω τα κατάλοιπα που μου άφησε η λατρεία της μητέρας μου για τις ταινίες τρόμου. Η καλύτερη προβολή όμως, ή μία που ξεχωρίζω τουλάχιστον, ήταν η περσινή στον Λυκαβητό με τις Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου: ήταν κάτι το αδιανόητο. Η σκέψη μας ήταν να γίνει η προβολή στο λόφο του Λυκαβηττού, έξω απ’ το θέατρο, με θέα την πόλη κάτω, αλλά γιατί; γιατί –και δεν ξέρω πόσοι το γνωρίζουν αυτό- οι μαέστροι των εφέ της ταινίας, όταν έφτιαξαν το σκάφος που κάποια στιγμή κατεβαίνει από τον ουρανό, το έφτιαξαν αντιστρέφοντας τη εικόνα του νυχτερινού Λος Άντζελες από ψηλά. Αυτό που ήθελα λοιπόν, ήταν αυτή η ανεστραμμένη θέα του Λος Άντζελες να ευθυγραμμιστεί με την αντίστοιχη νυχτερινή θέα της Αθήνας, κι όταν έγινε αυτό δημιουργήθηκε κάτι το μαγικό. Νομίζω ότι αυτή είναι μια προβολή που κλείνει μέσα της και το νόημα του τι είναι το Open Air: το πώς, όταν κατεβάζεις το σινεμά στους δρόμους, η πόλη και το σινεμά δημιουργούν μια μαγική χημεία και το ένα μεταμορφώνει το άλλο. Και ενίοτε συγκλίνουν, όπως έγινε μ’ αυτήν την προβολή της ταινίας του Σπίλμπεργκ».

«Υπάρχει μια σκέψη», σημειώνει, όταν τον ρωτάω για τα μελλοντικά σχέδια του Open Air, «η οποία είναι ακόμη σε πολύ αρχικά στάδια και κανονικά δεν θα έπρεπε να σου το πω, όμως σκεφτόμαστε το Φεστιβάλ Θερινού Κινηματογράφου της Αθήνας να επεκτείνει τις δραστηριότητές του στα ελληνικά νησιά: ίσως γίνει και φέτος, αλλά λόγω της πίεσης του χρόνου δεν ξέρω σε τι βαθμό και γι’ αυτό δεν έχουμε κάνει σχετικές ανακοινώσεις. Πάντως μέσα στο καλοκαίρι θα προστεθούν μία ή δύο προβολές του φεστιβάλ σε κάποιο νησί, και σύντομα ελπίζω το Open Air να επισκεφτεί ακόμη περισσότερα, κι όχι νησιά που έχουν δεδομένη τουριστική απήχηση, αλλά νησιά που δεν έχουν την ευχέρεια να βλέπουν ταινίες κάτω από έναστρους νυχτερινούς ουρανούς, δεν έχουν έναν θερινό κινηματογράφο». Κάπως έτσι το Open Air θα γεμίσει όσα κενά έχει αφήσει, με τις δυσκολίες της έκδοσής του, το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ, «ένα περιοδικό που σκοπό έχει να το διαβάσει ένας νεαρότερος ή λιγότερο νεαρός αναγνώστης, και αυτό να τον ωθήσει προς κάποια κατεύθυνση: μια ταινία, έναν σκηνοθέτη, μια κινηματογραφία; Ίσως ακόμη και μια καριέρα», σημειώνει ο Λουκάς.

«Θεωρώ πολύ σημαντικό που υπάρχει ακόμη αυτό το περιοδικό», προσθέτει με πάθος, «και θα μπορούσα να πω πολλές πομπώδεις βλακείες για τον όμιλο στον οποίο ανήκει και τη γυναίκα που μας υπερασπίζεται τόσα χρόνια, τη Μαρία Μπόμπολα, όμως -και το εννοώ από καρδιάς αυτό, γιατί σιχαίνομαι τις κολακείες- είναι τεράστια η αγάπη της γυναίκας αυτής και για το περιοδικό, και για το φεστιβάλ, και για το σινεμά το ίδιο, ώστε να κάθεται να το προστατεύει σε καιρούς χαλεπούς, κανιβαλιστικούς και άκρως σαρκοφάγους. Είναι ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε τότε με τον Γιώργο Τζιώτζιο, και εξακολουθεί να υπερασπίζεται τις ίδιες σταθερές και αξίες, των οποίων την προστασία θεωρεί ακόμη πιο επιτακτική τώρα, ακριβώς λόγω των καιρών στους οποίους ζούμε. Και χαίρομαι απίστευτα που υπάρχει τόσο το περιοδικό, όσο και το φεστιβάλ, γιατί πρωτίστως είμαι αναγνώστης του περιοδικού και θεατής του φεστιβάλ, και πάντα θα είμαι. Θα έχω πάντα το σεβασμό που είχα για τους ανθρώπους που το δημιούργησαν».

«Σκέφτομαι ας πούμε τώρα το πρώτο editorial που θα χρειαστεί να γράψω σε λίγες μέρες για το περιοδικό», λέει, και σαν ο τόνος της φωνής του να κάνει μια βουτιά. «Θέλω να είναι για τον Γιώργο, γιατί δεν μπορεί να είναι για κάτι άλλο. Τον αισθάνομαι πολύ έντονα ως παρουσία πάντα, παρ’ όλο που έχει φύγει εδώ και κάποια χρόνια, και σε κάθε γωνία των Νυχτών και του περιοδικού, τον βλέπω εκεί. Πάντοτε, οτιδήποτε γράψουμε, οποιαδήποτε σελίδα σχεδιάσουμε, αυτό σκέφτομαι: “θα του αρέσει του Γιώργου αυτό; Το ελπίζω”. Είμαι σίγουρος ότι, εκεί πάνω που βρίσκεται, παίρνει συνδρομή το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ, και διαρκείας για τις Νύχτες Πρεμιέρας».

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 23 June 2016 | 11:36 am


500 λέξεις με τον Γιώργο Μητά (συνέντευξη)

Γιώργος Μητάς] Γεννήθηκε στη Λιβαδειά το 1966. Σπούδασε Βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στο Πανεπιστήμιο του Χαλ (ΗυΙΙ). Το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Ιστορίες του Χαλ», κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011 και του χάρισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω». Η νουβέλα «Το σπίτι» (εκδ. Κίχλη) που κυκλοφόρησε πρόσφατα, είναι η δεύτερη συγγραφική του προσπάθεια, συνδυάζοντας στοιχεία ιστορίας, μυστηρίου αστυνομικής πλοκής, ψυχολογικού θρίλερ αλλά και στοιχεία της λογοτεχνίας του φανταστικού, μιλάει για την περιπέτεια της γραφής, για τη γοητεία που ασκεί, αλλά και τους κινδύνους που ενέχει.

by Levadia LibraryLevadia Library

Δημοσιεύθηκε στις 22 June 2016 | 1:03 pm



Δείτε αγγελίες στο Νομό Βοιωτίας





Φιλικοί ιστότοποι:









www.vimaorthodoxias.gr